Από το Blogger.

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ

1167840_6883304890_161ff8bf9d_h-650x1014Το Τaλκ ζήτησε από αγαπημένους φίλους του να ξαναθυμηθούν τo Πάσχα της παιδικής τους ηλικίας και να μοιραστούν μαζί μας τις πιο ξεχωριστές αναμνήσεις τους. Ας δούμε τι μας είπαν η Φώφη Τσεσμελή, ο Μάνος Κοντολέων, η Sadahzinia (Γιολάντα Τσιαμπόκαλου), η Μάρω Βαμβουνάκη και ο Άρης Δημοκίδης.
ΦΩΦΗΦιλμ Κόντακ
Πάσχα του… 1821, στο Καρλόβασι Σάμου, εγώ τριών ετών. Γενικά ήταν μια γιορτή που τιμούσαμε πολύ οικογενειακά, συν-τηρώντας τις παραδόσεις του νησιού και η οποία κατέληγε σε επικό τσιμπούσι από το οποίο δεν έλειπε κανείς.
Εκείνη την χρονιά, λοιπόν, ο παππούς μου ο Παναγιώτης έφερε στο σπίτι ένα κατσικάκι. Ζωντανό. Ολοζώντανο και χαρωπό. Πίσω από το οίκημα υπήρχε ένας μεγάλος κήπος και δύο χώροι που θύμιζαν μικρούς σταύλους, όπου εγκαταστάθηκε με μεγάλη ευχαρίστηση το κατσίκι. Εγώ, σε παροξυσμό: της βρήκα αμέσως όνομα, η «Ασπρούλα», την τάιζα ευλαβικά με μπουκάλι μπύρας που είχαμε κάνει μπιμπερό, έπαιζα μαζί της, της μιλούσα, πηγαίναμε βόλτες στο διπλανό χωράφι, θυμάμαι έντονα πως αδημονούσα να ξημερώσει, ώστε να βρεθώ κοντά της. Θα μπορούσα να πω άνετα πως εκείνον τον Απρίλη και στα 3 μου χρόνια είχα βρει το νόημα της ζωής μου κι αυτό ήταν η Ασπρούλα.
Τη Μεγάλη Εβδομάδα πήραμε φιλμ Κόντακ και φωτογραφήθηκα κατά συρροή μαζί της σε άπειρες πόζες, με αγαπημένη αυτή που την έχω αγκαλιά. Βγήκαμε και οικογενειακώς μια φωτογραφία, η Ασπρούλα στο κέντρο, εγώ να την ταΐζω με το μπιμπερό και όλοι οι υπόλοιποι περήφανοι και χαμογελαστοί γύρω από το ζαβό παιδάκι που αγαπά τα ζώα.
Λίγες μέρες πριν το Πάσχα, όμως, η Ασπρούλα εξαφανίστηκε. Στις ερωτήσεις γεμάτες απόγνωση και αγωνία που απηύθυνα στους γονείς, στον παππού και στη γιαγιά, η απάντηση ήταν κάπως ενοχική –τώρα που το ξανασκέφτομαι- «η Ασπρούλα πήγε να δει τη μαμά της». Οι ερωτήσεις μου όλο και πιο έντονες, οι απαντήσεις όλο και πιο λίγες. «Δεν ήξεραν πού μένει η μαμά της, ώστε να την επισκεφτώ». «Έχει άλλο μπιμπερό στο σπίτι της». Τις απαντήσεις διαδέχονταν ξαφνικά υπερβολικά πολλά χάδια και φιλιά στο κεφάλι «μα, πόσο καλό κορίτσι ήμουν!».
Κυριακή του Πάσχα, το γνωστό υπερθέαμα φαγητού και γλυκών, με κεντρικό πιάτο το παραδοσιακό Σαμιώτικο γεμιστό κατσίκι. Κάτι δε μου καθόταν καλά… Γώνιασα τη γιαγιά μου πάνω από το ταψί την ώρα που σέρβιρε και άρχισα να τη βομβαρδίζω με ερωτήσεις για την Ασπρούλα. Σε κάποια φάση, γυρνάει αισθητά εκνευρισμένη με αρκετή ενοχή και μου λέει «μας έπρηξες, πια, να τη η Ασπρούλα!», δείχνοντάς μου το μενού της ημέρας.
Εντάξει… δεν ξέρω αν έχω κλάψει πιο πολύ στη ζωή μου. Ένιωθα ότι πονούσε όλο μου το κορμί. Αρνήθηκα να πάω στο τραπέζι, με λυγμούς τους έλεγα να μην τρώνε την Ασπρούλα και πέρασα όλη την υπόλοιπη μέρα άφαγη, απαρηγόρητη, κλαίγοντας ασταμάτητα κάτω από το τραπέζι.
Ε, μέχρι και σήμερα που μιλάμε, δεν το πολυσυμπαθώ το Πάσχα. Δεν τρελαίνομαι για το γενικότερο δρώμενο, δεν έχω και ιδιαίτερη όρεξη να φάω, την Κυριακή πάντα νιώθω μια ανεξήγητη θλίψη. Μεγαλώνοντας, το απέδωσα εντέχνως στο γενικότερο vibe της Μ. Εβδομάδας…
Η Φώφη Τσεσμελή είναι DJ. 
 manos kontoleon
Μανάρι, του Μάνου Κοντολέων
Όταν ήμουνα στη μέση της  Α’ Δημοτικού, ο πατέρας μου έμεινε άνεργος και έτσι αποφασίστηκε όλη η οικογένεια να μετακομίσει στο πατρικό σπίτι, στο χωριό. Θα ζούσαμε από τις ελιές και από κάποια μποστάνια. Μας υποδέχτηκαν τα χιόνια -τέλος Φλεβάρη ήταν- κι εγώ έφτιαξα ένα χιονάνθρωπο. Αλλά τα χιόνια  γρήγορα λιώσαν… Και οι νέοι συμμαθητές με βλέπανε με δυσπιστία- ο πρωτευουσιάνος!
Έτσι περνούσα  τα απογεύματα παίζοντας με τα στρατιωτάκια μου. Είχα την ελπίδα πως το Πάσχα θα κάναμε σύντομο ταξιδάκι στην παλιά μας γειτονιά, αλλά άκουσα τον πατέρα μου να λέει πως την άνοιξη τα μποστάνια θέλουν φροντίδα κι έτσι…
Κι έτσι η ελπίδα έγινε… Ελπίδα -στη διπλανή αυλή εμφανίστηκε ένα αρνάκι. Χαράματα ακούστηκε το κελαριστό «μπεεε…» κι εγώ  έτρεξα να χτυπήσω την γειτονική πόρτα. Ο Πασχάλης, που μου άνοιξε, με πέρναγε δυο κεφάλια και δέκα χρόνια. «Έμπα να δεις το μανάρι!» με προσκάλεσε. «Για τη γιορτή μου μας το στείλανε…»
Από τη πρώτη στιγμή που αντίκρισα το ζωντανό, το λάτρεψα. Κι εκείνο με κοίταζε με ένα βλέμμα… Όλο προσμονή! Και το είπα Ελπίδα. Και κάθε μέρα το έπαιρνα να βοσκήσει στα γύρω λιβάδια. Του πέρασα γύρω από το λαιμό και μια πράσινη κορδέλα. «Πιτσιρίκο, στο κούτελο να του ‘βαζες μια κόκκινη πινελιά!» γέλαγε ο Πασχάλης. Μα εγώ προτιμούσα  το πράσινο χρώμα. Το χρώμα της ελπίδας είχα ακούσει πως ήταν.
Και -Μεγάλη Εβδομάδα πια- ζήτησα  από τη μητέρα μου να βάψει όχι μόνο κόκκινα τα αβγά, αλλά και πράσινα. Τη Μεγάλη Πέμπτη ζύμωσε η μητέρα και κουλούρια. Και το επόμενο πρωί -Μεγάλη Παρασκευή- πήρα ένα  για να το δώσω στην Ελπίδα. Στη γειτονική αυλή, κάτι -μα τι ήταν αυτό;- κρεμότανε από ένα κλαρί. Ολόγυρα μύγες πετούσαν.  Στο χώμα, κόκκινες κηλίδες και τούφες ολόλευκες… «Έλα μεθαύριο, το Πάσχα που γιορτάζω… Θα βοηθήσεις κι εσύ στο ψήσιμο; Έτσι δεν είναι;» μου είπε  ο Πασχάλης καθώς έβγαζε από πάνω του μια ματωμένη ποδιά.
Λοιπόν… Έχουν από τότε περάσει χρόνια. Πολλά. Η αγαπημένη μου γιορτή -το δηλώνω, από τότε- είναι τα Χριστούγεννα.
O Mάνος Kοντολέων, συγγραφέας και μεταφραστής, ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι και δοκίμιο. Τα περισσότερα από τα πάνω από 60 βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.
giolanta
Τσέρνομπιλ, της Γιολάντας Τσιαμπόκαλου
Όλα τα Πάσχα της παιδικής μου ηλικίας μυρίζουν αγιοκέρι και φρέσκο αέρα. Η άνοιξη ξεχειλίζει σε κάθε ανάμνηση. Ωστόσο, παρ’ όλη την ευωδιά, είναι επώδυνο αυτό το πισωγύρισμα. Σχεδόν όλοι πια λείπουν. Και το μόνο παρήγορο είναι αυτό το χρωματιστό φόντο πίσω τους καθώς τους σκέφτομαι με φουντωμένα τα χορτάρια και χιλιάδες παπαρούνες και μαργαρίτες να τους πλαισιώνουν.
Όταν ήμουν μικρή περνούσα κάποια Πάσχα στην Βαλαώρα Ευρυτανίας, στο  χωριό του μπαμπά. Απομονωμένο, αν και με αρκετούς κατοίκους, τριγυρισμένο από βουνά, νερά που έτρεχαν μόλις σκάλιζες ελαφρά το έδαφος, τη λίμνη των Κρεμαστών και ζώα. Άγρια άλογα, γελάδια και ανίδεα κοπάδια με κατσίκια…
Το Πάσχα του 1986, που έγινε το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ ήμουν εκεί. Στην τηλεόραση συνέστηναν να  μην κυκλοφορούμε εκτός σπιτιού άσκοπα ώστε να μην έρθουμε σε επαφή με το επικίνδυνο τοξικό νέφος που είχε εκλυθεί στην ατμόσφαιρα, αν και σε τόσο μακρινή απόσταση. Όμως, στα χωριά του Βάλτου δεν έπιανε καλά το σήμα της ΕΡΤ και ποιος ήξερε τότε απ’ τους μεγάλους τέτοια πράγματα να μας συμβουλέψει; Εγώ μικράκι, εννιά χρονών, έπαιζα όλη μέρα στην ύπαιθρο με ένα τσούρμο ξαδέρφια. Κυλιόμουν στα χορτάρια των Αγράφων κι έφτιαχνα μπουκετάκια με χαμομήλι και αγριολούλουδα. Το παιχνίδι μας ήταν αυτή η επαφή με τη φύση, ειδικά σε αυτά τα πιο απομονωμένα μέρη που δεν υπήρχαν ούτε ποδήλατα ούτε παιδικές χαρές, είχαμε μόνο καμιά μπάλα – φουσκωμένη αν ήμασταν τυχεροί – και ο ένας τον άλλο. Αυτού του είδους το παιχνίδι, η καλύτερη μου! Μάθαινα από εκείνα τα ντόπια πιτσιρίκια – πρωτοξάδερφα κυρίως– τι είναι η αυτονομία, και η εφευρετικότητα. Παρατηρούσαμε τις μέλισσες, και τα χέρια μας –έτσι γεμάτα γύρη – τα τρίβαμε στα μάτια… Αν το τοξικό νέφος είχε περάσει την οροσειρά της Πίνδου, και είχε χωθεί στα νερά του Αχελώου – που φυσικά δεν υπήρχε κάτι να το εμποδίσει – ήμασταν «χαμένοι»…
Σε παρόμοια κατάσταση,  τα κατσικάκια που είχαν φάει και λουστεί μπόλικο τοξικό νέφος και επιπλέον αργότερα θα κατέληγαν χάριν του εθίμου στη σούβλα. Όλα λάθος. Λάθος κι η σφαγή των αμνών. Τη μια στιγμή μας άφηναν να παίζουμε με τα νεογέννητα, να τ’ αγκαλιάζουμε και να τα ταΐζουμε με το μπιμπερό και την άλλη στιγμή χρατς! Μπροστά στα μάτια μας τα έσφαζαν. Πού να πάει μπουκιά κάτω… Τα δε ξαδέλφια μου –με πατέρα βοσκό– από τότε ως τώρα είναι vegetarian. Αν μη τι άλλο, το τοξικό νέφος δεν το γευτήκαμε. Μονάχα στην επιστροφή, στα διόδια, μας σκανάρανε έναν έναν με κάτι μηχανήματα σαν λαμπάδες, μακρουλά, φορητά και πρωτόγνωρα για εμάς τότε. Μάλλον ήθελαν να δουν τα επίπεδα της ραδιενέργειας πάνω μας. Οι ενήλικες που επέστρεφαν απ’ τα χωριά τους είχαν νορμάλ ενδείξεις. Όλων των παιδιών όμως οι ενδείξεις ανεβοκατέβαιναν στα κόκκινα. Τόσο παιχνίδι. Τόση ξενοιασιά. Τόση τοξικότητα… Σε καλό μας.
Η Γιολάντα Τσιαμπόκαλου γράφει παραμύθια για παιδιά που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η Sadahzinia είναι μέλος του μουσικού συγκροτήματος των Active Member.
βαμβουνάκη
Σκηνές κι αρώματα από τα πασχαλινά Χανιά, της Μάρως Βαμβουνάκη
Στα παιδικά μου χρόνια, η δόξα των Χανίων ήταν οι μέρες των Παθών ως την Ανάσταση. Ποτέ άλλοτε οι ευωδιές των λουλουδιών δεν ήταν έτσι δυνατές στα ρόδα τα άγρια και στις ήμερες τριανταφυλλιές, στις βιολέτες, στα γαρίφαλα, στους ταπεινούς ψαρόγαλλους.
Από τους Επιτάφιους πάντα ξεχώριζε των Αγίων Αναργύρων, στο σοκάκι κοντά στην Αγορά. Στολισμένος νεραντζανθούς και λευκούς κρίνους σαν ψηλά δισκοπότηρα.
Η μητέρα μου δεν πήγαινε στην εκκλησία συχνά, προσευχόταν όμως και είχε τάμα να πηγαίνει στη Σταύρωση στεφάνι από άσπρα τριαντάφυλλα που παράγγελνε σε ανθοπωλείο. Πάντα το ίδιο. Το ακουμπούσε δακρυσμένη στα πόδια του Σταυρού και του περιβάλλοντος τους ουρανούς εν νεφέλαις.
Τα φαναράκια της Ανάστασης ήταν από διπλωμένο σαν ακορντεόν χαρτί, ζωγραφισμένο υπέροχα με σχέδια που θαύμαζα άμα τα άναβα στο σκοτάδι. Μια μαγική μέρα ανακάλυψα πως στα βιβλιοπωλεία πουλούν χαλκομανίες που κολλάς στα κόκκινα αυγά. Καλύτερες από τα φύλλα που η γιαγιά μου έδενε με τούλι όσο έβραζαν με ξύδι σε κόκκινη μπογιά.
Το σπίτι μύριζε ζυμάρι που φούσκωνε κάτω από ύφασμα για να πλαστεί σε τσουρέκια, κουτσούνες για εμάς τα παιδιά αφού είχαν το σχήμα κούκλας.
Τότε οι άνθρωποι ήταν πιο ποιητικοί, πιο έξυπνοι, έτρωγαν τσουρέκι μονάχα το Πάσχα, ντομάτες και παγωτά Όλυμπος μόνο το καλοκαίρι, γλυκό παβέ μόνο στα γενέθλια. Σέβονταν τα στάσιμα της ζωής και των αρωμάτων και ζούσαν ζωή πολύ πιο πλούσια από τις εποχές της ευημερίας.
Η Μάρω Βαμβουνάκη είναι πεζογράφος. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
dhmokidis
Μακάρι να μην είχαν σταματήσει ποτέ, του Άρη Δημοκίδη
Η μαμά μου είχε μαγαζί με είδη δώρων και από νωρίς γέμιζε το κατάστημα με χειροποίητες λαμπάδες που έφτιαχνε η ίδια και ήταν κομψές και εφευρετικές. Συνήθως τη Μεγάλη Εβδομάδα, που είχαμε διακοπές απ’ το σχολείο πήγαινα και βοηθούσα κι εγώ στο μαγαζί το οποίο γέμιζε με κόσμο.
Όταν πουλούσε και την τελευταία λαμπάδα φεύγαμε στην εξοχή οικογενειακώς και κάθε χρόνο γνώριζα διαφορετικά μέρη της Ελλάδας. Θυμάμαι τις Μηλιές Πηλίου, τους Ψαράδες στις Πρέσπες, τα Νικολέικα στην Πελοπόννησο, τη Χανιώτη στη Χαλκιδική.
Έχω υπέροχες αναμνήσεις εκτός από τότε που συνέβη το ατύχημα στο Τσερνομπίλ και οι μεγάλοι ήταν έντρομοι και δε μας άφηναν να φάμε τίποτα, και από μια φορά που είχα ανεβάσει πολύ πυρετό και μετά η αδερφή μου μου είπε ότι όλο το βράδυ παραμιλούσα και έλεγα σαχλαμάρες.
Αυτό που μου λείπει πιο πολύ, τώρα που η μαμά μου δεν είναι στη ζωή, είναι κάτι απομεσήμερα την Κυριακή του Πάσχα που οι γονείς μας έπιναν κάνα ποτηράκι παραπάνω και τραγουδούσαν αγκαλιασμένοι, κι η αδερφή μου κι εγώ ντρεπόμασταν και τους λέγαμε να σταματήσουν. Μακάρι να μην είχαν σταματήσει ποτέ.
Ο Άρης Δημοκίδης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Η σειρά βιβλίων του για παιδιά «Οι αόρατοι ρεπόρτερ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
talc.gr

Νονοί | Σημασία δεν έχουν τα δώρα, αλλά η επικοινωνία


Νονοί
Είναι ίσως από τα πρώτα πράγματα που σκέφτεσαι όταν γεννάς. Συχνά το έχεις ήδη κουβεντιάσει (με τους υποψηφίους) όταν το μωρό είναι ακόμη μέσα στην κοιλιά. Για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.
Ο ρόλος του νονού δεν είναι και ο ευκολότερος στον κόσμο. Ή μάλλον δεν είναι ο ίδιος για όλους τους ανθρώπους.
Άλλοι το έχουν κάνει κάτι σαν επάγγελμα και άλλοι έχουν αποφασίσει να δεσμευθούν για μία μόνο φορά προκειμένου να είναι όσο συνεπείς θα ήθελαν.
ADVERTISING
Το χειρότερο είναι όταν κάποιος με τον οποίο δεν έχεις και τις καλύτερες σχέσεις σού προτείνει να βαφτίσει το παιδί σου ή να «βάλεις» λάδι εσύ στο δικό του, χωρίς όμως να είναι αμοιβαίο το στοιχείο της εκτίμησης.
Μιλάμε για σχέση ζωής, όχι για μια τελετουργία που γίνεται για μία φορά μέσα στην εκκλησία, με λίγους ή περισσότερους μάρτυρες και τελειώνει η ιστορία. Όχι, όχι. Η ιστορία έχει μόλις αρχίσει.
Ο άνθρωπος ή οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν να γίνουν νονοί ενός παιδιού θεωρούνται πνευματικοί γονείς του από τη στιγμή που γεννιέται.
Πρόκειται για σχέση στοργής, που απαιτεί δουλειά απ’ όλες τις πλευρές.
Το πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη ιστορία δεν έχει πάντα αίσιο τέλος.

Ας δούμε πρώτα την πλευρά των γονιών.

Τι ζητούν οι γονείς από τον νονό.Καταρχάς να έχει επαφή με το παιδί. Να μην το δει για πρώτη και τελευταία φορά στο μυστήριο. Να παρέχει τα απαραίτητα την ημέρα της βάφτισης. Να θυμάται πότε γιορτάζει και πότε έχει γενέθλια. Να έχει ουσιαστική επικοινωνία μαζί του, σε όλα τα στάδια της ηλικίας του. Να μη θεωρεί ότι με ένα δώρο τα Χριστούγεννα και μια λαμπάδα κι ένα σοκολατένιο αυγό ή ένα ζευγάρι παπούτσια το Πάσχα έχει ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του.

Νονοί για κλάματα

Είναι λίγες οι φορές – δυστυχώς – που ο ρόλος του νονού ή της νονάς γίνεται όπως θα έπρεπε, έτσι ώστε και το παιδί να μπορεί να βασιστεί και σε κάποιον τρίτο, σε κάποιον που θεωρεί δικό του άνθρωπο, όταν η μαμά ή ο μπαμπάς δεν μπορούν να το καταλάβουν. Έχουμε δει να χαλούν κουμπαριές επειδή τσακώθηκαν οι ενήλικες. Να ξηλώνονται φωτογραφικά άλμπουμ και να γίνεται φωτομοντάζ για να πιστεύει το παιδάκι ότι ο νονός του είναι κάποιος άλλος τελικά. Να έχει προγραμματιστεί να γίνει βάφτιση σε νησί και να τσακώνεται η μητέρα με τη μέλλουσα νονά και να βρίσκεται τελικά στην κολυμπήθρα η επιλογή της τελευταίας στιγμής.
Έχουμε ακούσει για νονούς που δεν ξανασυνάντησαν τα βαφτιστήρια τους και τους γονείς τους.

Ποιους εξαιρούμε;

Τους νονούς – θείους, μαζί και τις νονές – θείες. Όσους βλέπουν ακόμη τα βαφτιστήρια τους κι ας έχουν ασπρίσει τα μαλλιά και των δύο. Όσους δεν αγοράζουν σταυρό επειδή προσβλέπουν σε μια οικονομική συμφωνία. Τις νονές που πιστεύουν στις καλές νεράιδες του παραμυθιού, όπως τις τρεις στρουμπουλές κυρίες στην «Ωραία κοιμωμένη» και τώρα πιστεύουν στην καλή «ντεϊντέι» και τα βαφτιστήρια τους. Είναι η νονά τους.

Πάντα άξιος! Δύσκολη η ανταπόκριση

Ακόμα κι ένας νονός μπορεί να έχει τα παράπονά του. Να έχει «μετανιώσει» για την επιλογή του ή να μην ήταν έτοιμος για μια τέτοια ευθύνη. Να μην έχει παιδιά, αλλά ούτε και τη διάθεση να μάθει πώς είναι να φροντίζεις και να νοιάζεσαι για ένα μικρό ή μεγάλο παιδί. Να μη θέλει να ξοδεύει μια περιουσία για τα πανάκριβα ρούχα που μπορεί ν’απαιτεί, με διακριτικό τρόπο, η μαμά για το τέκνο της. Ή ν’αγοράσει το – εκτός προϋπολογισμού – ηλεκτρονικό παιχνίδι που ζητάει επίμονα ο 12χρονος Φίλιππος επειδή βαρέθηκε να παίζει με την επαγγελματική κιθάρα που του έκανε δώρο ο νονός τα Χριστούγεννα.
Σίγουρα είναι μεγάλο το βάρος να ξέρεις ότι στην περίπτωση που πάθει κάτι ο γονιός, αναλαμβάνεις εσύ ως πνευματικός πατέρας. Δεν θα έπρεπε να υπάρχουν μόνο καθήκοντα και ευθύνες στον ρόλο του νονού. Είναι βασικό να είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τα παιδιά, γι’ αυτό και δεν κάνει τίποτα καταναγκαστικά. Εκείνος που απλώς πάντρεψε το ζευγάρι και νιώθει την υποχρέωση να βαφτίσει και το πρώτο τους παιδί μπορεί να μην είναι τελικά και ο καταλληλότερος.

Ο «σωστός» νονός θα πρέπει να είναι στο πλάι του παιδιού όσο μεγαλώνει και σε κάθε σημαντική στιγμή γι’ αυτό.

Να είναι ο καλύτερος και πιο έμπιστος φίλος του. Ο ανάδοχος θα πρέπει να ξέρει τι πρέπει να κάνει χωρίς να του το έχει υποδείξει κανείς. Οι κοινωνικοπολιτικοί λόγοι δεν αφορούν κανένα. Ούτε οι οικονομικές συναλλαγές. Σημασία δεν έχουν τα δώρα, αλλά η επικοινωνία. Τα ρούχα δεν ενδιαφέρουν κανένα παιδί και ένα παιχνίδι είναι σίγουρα προτιμότερο. Καλύτερα ακόμη, μια βόλτα ή μια εκδρομή μαζί, πολύ απλά γιατί θα χαροποιήσει στ’ αλήθεια τον άμεσα ενδιαφερόμενο.
Πάντα άξιοι; Όχι απαραίτητα. Δικαιολογίες δεν υπάρχουν. Τουλάχιστον όχι για τα παιδιά, που δεν θέλουν να ακούν λόγια του αέρα. Νονός δεν γίνεσαι με το ζόρι. Αν πεις το «ναι», δεν υπάρχει επιστροφή.
Πείτε καλύτερα «απεταξάμην». Πριν από την εκκλησία.
Γράφει η Σάντυ Τσαντάκη
Αρχικός τίτλος κειμένου: Τον Νονό μας δεν τον διαλέξαμε kathimerini.gr

Μέσα στα χέρια μου

μέσα στα χέρια μου
θέλω να κρατάω την μορφή σου ...
στο πρόσωπο σου να σκάω
όλα τα χαμόγελα που μου προκαλείς ...
να περπατάω με τα δάχτυλα μου
κάθε γωνιά
κάθε καμπύλη σου
το εγώ σου να κραυγάζει για τον ποθο ..
εσένα θέλω
να σου τα λέω με χάδια
όλα τα συναισθήματα να με πλημμυρίζεις
με τα θέλω σου ...
δεν θέλω να σε χάσω
μέσα στην νύχτα .....δική μου σ έκανα
για να σου κρατάω το πρόσωπο ,
να σε κοιτάζω να λιώνω λέγοντας σε "σε θέλω "
μόνο εσένα ...
δεν θέλω να με σπάζω με κομμάτια
να σε μαζεύω ατόφια ολόκληρη αγάπη
σε θέλω ολόκληρη για μένα ......δεν έσκυψα άδικα
στα ποδιά σου για να σου τα φιλήσω ...
να σου τα σκουπίσω για να μην περπατήσω
μαζί σου στον ίδιο δρόμο ....
όλες τις στιγμές μου τις χάρισα πάνω σου ...
να με φοράς και να νιώθεις δική μου βασίλισσα ....
Εγώ ...
Εγώ να σε τυλίγω με τα γυμνά μου
χέρια για να νοιώθω την αύρα σου ...πάνω μου ....
κάθαρμα μόνο εσένα ήθελα ...θέλω και θα .. Θελω ......
και όταν σβήνουν τα φώτα από το δωμάτιο ....
από την πόλη ...
από τα πρέπει ...
εσένα θέλω στην αγκαλιά μου ...
Kostantinos Milios

« Κύριε Αττίκ ……..τελειώσαμε» Του Γιώργου Α. Χριστοδούλου

« Κύριε Αττίκ ……..τελειώσαμε»
Του Γιώργου Α. Χριστοδούλου

Για πέντε μόνο παραστάσεις 6,12,13,19 και 20 Μαΐου



Ένας «ΑΤΤΙΚ» αλλιώτικος. Ανθρώπινος, ζεστός, ποιητής, αληθινός, μόνος!!! Ένας «ΑΤΤΙΚ» που , από παιδί, προσπαθεί για την αυτογνωσία του.. Με τις θύμισες , στο πέρασμα των χρόνων, να τον καταδιώκουν, άλλοτε βασανιστικά και άλλοτε σαγηνευτικά. Ξαναζεί το παρελθόν του. Λάτρης της ζωής, λίγο πριν το τέλος του, οι αναπάντεχες και φοβερές αλήθειες του, τρομάζουν και γοητεύουν συνάμα.
Άλλοτε σαρκαστικός, με τον εαυτό του, άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με θυμό, μας παραδίνει άδολα την ψυχή του, με όλα της τα τρωτά. Ένας «ΑΤΤΙΚ», που γελάει, κλαίει, πονάει, ερωτεύεται, Θλίβεται, φιλοσοφεί, λυτρώνεται !!!.Ενας συγκλονιστικός θεατρικός μονόλογος, από την πέννα του βραβευμένου συγγραφέα Γιώργου Α. Χριστοδούλου.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο : Γιώργος Α. Χριστοδούλου
Σκηνοθεσία: Φωτεινή Νταφοπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Τζαβάρα
Σκηνικά - κοστούμια: Τάσος Λουκας
Χορογραφίες - χορός: Μαρία Μόσχου
Φωτισμοί: Μανώλης Μπράτσης
Video-τεχνική υποστήριξη: Γιώργος Κουρμούζας
-------------------------------------------------------------------------------
       Στο ρόλο του  «ΑΤΤΙΚ»  ο Πέτρος Αποστολόπουλος

Έναρξη παραστάσεων : Δευτέρα 6 Μαΐου
Κάθε Κυριακή & Δευτέρα για πέντε μόνο παραστάσεις : 12,13,19 και 20 Μαΐου
Ώρα : 21:30
Διάρκεια παράστασης:  70’ χωρίς διάλειμμα
Τιμές εισιτηρίων : Γενική είσοδος 10€ & μειωμένη 8€


Θέατρο ΑΛΚΜΗΝΗ|Αλκμήνης 8|Γκάζι|210 34 28 650 | www.theatro .gr




Έχω ξεχάσει να γράφω με στυλό πάνω στο χαρτί πλέον

Ένα νέο είδος αναλφαβητισμού χτυπάει την πόρτα των δικτυωμένων ανθρώπων της κυβερνο-καθημερινότητας.

Μια φορά κι έναν καιρό οι άνθρωποι συζητούσαν για τον γραφικό χαρακτήρα και τι αυτός προσδιορίζει στο άτομο που τον εκφράζει με τα χειρόγραφά του. Ο ειλικρινής, πιχί, κάνει μεγάλα στρογγυλά και ομοιόμορφα γράμματα, σε ευθεία γραμμή. Ο ταπεινός κάνει μικρά, απλά και ομοιόμορφα γράμματα, ενώ οι γραμμές τείνουν να κάνουν ζικ-ζακ. Ο καλλιτέχνης κάνει καλλιγραφικά και το μέγεθος των γραμμάτων τείνει να μικραίνει καθώς προχωρά το γραπτό και πήγαινε λέγοντας. Την ίδια χρονική περίοδο ή λίγο αργότερα τα Bic ήταν μια ντιζάιν ανακάλυψη στην υπηρεσία της καθημερινής χρήσης και άπαντες σχολίαζαν πιο είδος «μπίλιας» προτιμούσαν. Άλλοι επέλεγαν τη λεπτότερη και πιο ζόρικη «μύτη» του κίτρινου Bic, άλλοι την πιο αφράτη και χαλαρή του διάφανου.

Μετά τα χρόνια πέρασαν, τα pc έγιναν μαζικά, η πληκτρολόγηση ακολούθησε το ρυθμό της ζωτικής εισπνοής-εκπνοής, ενώ η φωνητική πληκτρολόγηση -γράφει μόνος του ο αλγόριθμος ακούγοντας την εντολή της λαλιάς- παραμονεύει στη γωνία. Σήμερα όλοι επικοινωνούν ακροπατώντας τα δάχτυλά τους πάνω σε κάτι τόσο δα ψηφιακά πλακάκια ενώ ταυτόχρονα περπατούν στον δρόμο, οδηγούν, τρώνε ή κάνουν ντους.
Δουλεύω γύρω στις 7 με 8 ώρες καθημερινά στον υπολογιστή, γράφω κατά μέσο όρο 2.000 με 3.000 λέξεις ανά 24ωρο και σκέφτομαι, μόνιμα, με τίτλους που ενδεχομένως θα φέρουν κλικ. Η ποιότητα των ανησυχιών μου -έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα από την χωνευτική φιλοσοφία του ίντερνετ- είναι κάτι που όντως με ανησυχεί. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ο άλλος μεγάλος καημός μου είναι ότι δεν μπορώ να γράψω πλέον στο χαρτί. Δηλαδή μπορώ, είχα μάθει κάποτε, το θυμάμαι. Υπάρχουν και κάποια ημερολόγια που το αποδεικνύουν.
Σήμερα, βρέθηκα σε μία ασφαλιστική εταιρεία, όπου προσκόμισα κάτι φωτοτυπίες και λοιπή χαρτούρα που αποδείκνυε, με κάθε τρόπο, ότι εγώ είμαι εγώ, ενώ είχα μία και μόνη παλαιού τύπου υποχρέωση: Να συμπληρώσω μία δήλωση με ονοματεπώνυμο, αριθμό φορολογικού μητρώου και διεύθυνση. Θα προσπαθήσω να κάνω ωραία γράμματα, σκέφτομαι, γνωρίζοντας α) ότι δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος και β) ότι έχω να πιάσω στυλό διαρκείας από πέρσι που έπεσε ένα από το γραφείο μου και έσκυψα, το έπιασα και το ακούμπησα ξανά στο γραφείο. Ξεκίνησα με ίσια την πλάτη και μια κάποια ταχυπαλμία λες και θα έδινα προφορικές εξετάσεις.Γράφω δύο αριθμούς και στον τρίτο κάνω λάθος. Αντί για 0 έγραψα 7. Το διορθώνω γράφοντας το σωστό πάνω στο λάθος. Αρχίσω να πατάω πολλές φορές το μηδέν πάνω από το εφτά. Εντάξει, πάμε παρακάτω. Κανείς δε θα δώσει σημασία σε αυτό το παλίμψηστουποθέτω. Στην επόμενη αράδα κάνω λάθος το όνομα, στη θέση τη δική μου έγραψα της μητέρας μου και στη θέση τη δική της κότσαρα το όνομά μου.
Έχετε μπλάνκο, ρωτάω την υπάλληλο της ασφαλιστικής, η οποία με συμβούλευσε να κάνω μία μικρή μουτζούρα και να γράψω τα σωστά ονόματα δίπλα στη μουτζούρα. Να μία καλλιτεχνική φύση, σκέφτομαι. Όχι, σαν κάτι άλλους, τους διεκπεραιωτές και ανάλγητους, που στοιχίζουν τις γραμματοσειρές σαν lego σφηνοτουβλάκια. Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, ένα ιπτάμενο χαρτί-φόρμα συμπληρώματος προσγειώνεται στο γραφείο που κάθομαι. Να, έχω μία καινούργια δήλωση, μου λέει η υπάλληλος, σκίστε την παλιά.Χαίρομαι. Αλήθεια. Δεν ήθελα τις μουτζούρες. Στο ημερολόγιο του Ζαν Μισέλ Μπασκιά καλές είναι, στη γραφειοκρατική δήλωση δεν κολλάνε.
Συνεχίζω τη συμπλήρωση του εγγράφου και κάτι με ενοχλεί. Μπορεί να είναι τα τρία πλαστικά βραχιόλια, στο δεξί μου χέρι. Τα βγάζω. Δε θα παρεξηγεί ο Marc Jacobs, ο σχεδιαστής τους. Ξαναπιάνω το Bic. Τότε ακριβώς ξανασυμβαίνει. Το φαινόμενο της φθίνουσας προσπάθειας ή το σύνδρομο της ιατρικής συνταγογράφησης, επανεμφανίζεται. Παθαίνω το ίδιο σοκ, κατ’ εξακολούθηση. Αρχίζω να γράφω στρωτά, κατανοητά και πριν ολοκληρώσω τη λέξη τα αλαμπουρνέζικα έχουν καταλάβει τα ακροδάχτυλά μου και χορεύουν trance. H λέξη καταρρέει και μόνο δια της μαντεψιάς μπορεί κάποιος να βγάλει νόημα.
Νεύρα και στενοχώρια, στριμωγμένες φράσεις, ατσούμπαλο αποτέλεσμα.Παραδίδω το κακοποιημένο χειρόγραφο στην καθ’ ύλην αρμόδια. Ντρέπομαι. Τέλεια,αναφωνεί. Που το βλέπει ήθελα να ’ξερα.
Φεύγω με κυρτούς ώμους. Μια αποφορά ήττας με ακολουθεί. Μόνο όταν κάθομαι στο πόστο μου, μπροστά από τον υπολογιστή, νιώθω ξανά οκέι.
Αντί για επιμύθιο: «Για τους ενήλικες η πληκτρολόγηση μπορεί να είναι μία γρήγορη και αποτελεσματική εναλλακτική λύση στη χειρόγραφη γραφή, αλλά αυτή ακριβώς η αποτελεσματικότητα περιορίζει την ικανότητά μας να επεξεργαζόμαστε καινούργιες πληροφορίες. Γράφοντας στο χέρι ενισχύεται η μνήμη αλλά και η ικανότητα μάθησης. Φοιτητές που κρατούν χειρόγραφες σημειώσεις μαθαίνουν καλύτερα από αυτούς που κρατούν σημειώσεις στο κομπιούτερ» διαβάζω σε σχετικό άρθρο της Καθημερινής.
womantoc.gr

Θεο που κουβαλάω μέσα μου...

Εμάς η μάνα μας δεν μας πίεζε να πάμε στον ναό.Όμως μας εμάθε οταν πηγαίνουμε να εχουμε σκυμμένο το κεφάλι και να ακούμε. Να μην κοιτάμε πως ήρθαν εκει ντυμένοι οι πιστοί.
Δεν μας πίεζε να νηστεύουμε και να προσευχόμαστε συνέχεια,ομως μας έμαθε να ζητάμε συγχώρεση απο τον πατέρα μας,κάθε φορά που θα πηγαίναμε για μεταλαβιά.Τη Θυμάμαι να λεει,"πρωτα να ζητήσετε συγχώρεση απο τον Πατέρα σας και μετα απο τον μπαμπά σας".
Έτσι μάθαμε την ταπεινότητα.
Δεν μας νηστεύε απο όλα,έφτανε ελεγε να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι η νηστεία.
Δεν μας διάβαζε καθε μέρα τη Βίβλο,μας εκάνε να καταλάβουμε πως καλό ειναι να τη διαβάσουμε και μας έμαθε, πως ο θεός είναι  παντού.



Βλέπω ανθρώπους γύρω μου να προσεύχονται με κατάνυξη όλη την Μ. εβδομάδα,δεν βλέπω όμως να συγχωρούν,ουτε να ζητούν συγχώρεση!!!
Βλέπω ανθρώπους να πηγαίνουν στον ναό  (καλά κάνουν) ομως βγαίνοντας εξακολουθούν να μην λενε καλημέρα στον γείτονα που αντικρίζουν κάιε μέρα....
Δεν συγχωρούν αλλα διατυμπανίζουν πως, οι άλλοι τους φέρθηκαν άσχημα κι είναι τοσο συμαντικό να μάθεις να συγχωρείς.  Δεν αγαπάνε  με ανοιχτή καρδιά,αλλά απαιτούν...



Βλέπω ανθρώπους να μιλάνε για τον Θεό,αλλα ξεχνάνε όσα Είπε.
Βλέπω ανθρώπους να λατρεύουν Τον Χριστό,όμως ξεχνάνε τα όσα μας Δίδαξε!!!!
Ο χριστιανός δεν αρκεί να πηγαίνει στον ναό για να ειναι καλός,πρεπει και να κουβαλάει την εκκλησία μεσα του και όσα ο Χριστός Δίδαξε ,οσα ο Θεος Πρόσταξε.
Ένας πραγματικά  καλός άνθρωπος,δεν χρειάζεται καν να ειναι (καλός) χριστιανός για να ειναι καλός !!!!
Αντίθετα,ένας καλός χριστιανός λέγεται  πρέπει να ειναι και καλός άνθρωπος ,επειδη ο Χριστιανισμός διδάσκει την ταπεινότητα,την αγάπη και την συγχώρεση !!!


Ευχομαι καλη Μ.Εβδομαδα σε όλους και το μήνυμα της Αναστάσης να περασει φέτος μεσα μας.
Μην ξεχνάτε πως η αρχή του μεγαλείου μιας ψυχής ειναι η καθαρότητα.

J.Iakovidou

Μια παρτίδα σκάκι η ζωή σου κι εσύ έμαθες να μην εγκαταλείπεις..

Από τη μέρα που γεννιόμαστε παίρνουμε θέση σε μία μεγάλη παρτίδα σκακιού με τη ζωή. Διαλέγουμε τα λευκά, κρατάει τα μαύρα. Μας δίνει τη δυνατότητα να παίξουμε πρώτοι. Πιστεύουμε ότι θα την κερδίσουμε, άλλωστε έχουμε το πλεονέκτημα των κινήσεων και της επιλογής. Σπουδαία ελευθερία η επιλογή αλλά απρόβλεπτος ο αντίπαλος. Στις δύσκολες εποχές κάνει ματ με ελάχιστες κινήσεις πριν προλάβεις να αντιδράσεις.
Σκέφτεσαι ποια ήταν η λάθος επιλογή που άφησε περιθώρια για να χάσεις. Τα πάντα έχουν αιτία και αιτιατό σε αυτόν τον κόσμο και η ζωή κερδίζει συχνά ενάντια στις μελετημένες σου κινήσεις και τις προσδοκίες σου. Δεν προλαβαίνεις να χρησιμοποιήσεις τα δυνατά σου πιόνια, μόνο εκείνα τα μικρά στρατιωτάκια που είναι αναλώσιμα στη στιγμή. Όλα γυρίζουν στο κεφάλι σου.
Γιατί εμπιστεύτηκες αυτούς που φαινόταν ότι έλεγαν ψέμματα; Γιατί έκανες την επιλογή που οδήγησε στην αποτυχία σου αντί για αυτή που θα σου χάριζε τη νίκη;
Τελεσίδικα ματ και τα χέρια σου δεμένα. Είτε έχασες τη δουλειά για την οποία είχες τόσα όνειρα, είτε σε πρόδωσε κάποιος που εμπιστεύτηκες, η γεύση αυτής της ήττας είναι πάντα πικρή. Κι όταν χάσεις πολλές παρτίδες στη σειρά χάνεις την ελπίδα ότι μπορείς να νικήσεις. Ο χρόνος, η φθορά, οι αδυναμίες των ανθρώπων, ο θάνατος έχουν ενσωματωθεί στην ομάδα της ζωής από την αρχή του παιχνιδιού.
Ποια είναι τελικά τα δικά σου όπλα; Το πείσμα, η πίστη σου, το όνειρο, η απώλεια του φόβου. Τα νεροπίστολα των ανθρώπων σε έναν αδυσώπητο πόλεμο με τις συνθήκες. Κάποιοι το λένε πεπρωμένο και παραδίδονται σε αυτό. Άλλοι πιο γενναίοι μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως.
Βρέθηκα καθισμένη στην καρέκλα του σήμερα να στήνω τα ίδια πιόνια που ηττήθηκαν τόσες φορές στο παρελθόν.
«Θαυμάζω το θάρρος, τη δύναμη και την επιμονή σου» μου είπες χαμογελώντας. «Πέρασες τόσα πολλά». Η παρακαταθήκη των πολεμιστών είναι πάντα τα σημάδια της μάχης. Η εμπειρία θέτει τις βάσεις να κερδίσεις την επόμενη φορά. Αρκεί να μην εγκαταλείψεις την προσπάθεια.
Πρόσωπα σκυθρωπά στην καθημερινότητα συμπιέζουν τα όνειρά σου προς τα κάτω. Έπαιξαν κάποτε τις δικές τους παρτίδες μέχρι που αποφάσισαν ότι είναι απλά πιόνια και δεν θα γίνουν ποτέ βασίλισσες. Κάποιος άλλος ελέγχει τις κινήσεις τους και τα θέλω τους. Οι προσδοκίες μιας κοινωνίας που απορρίπτει τους δυνατούς. Οι επιθυμίες των άλλων για εμάς που κυριαρχούν πάνω στις δικές μας. Τι κι αν δεν ταιριάζει στη ζωή ο συμβιβασμός; Τι κι αν ερχόμαστε σε αυτή για να εξελιχθούμε κι ίσως κάποια στιγμή να πλησιάσουμε τα αστέρια;
Οι γύρω μας χειροκροτάνε τη ζωή όταν μας συνθλίβει. Πόσους τέτοιους θυμάσαι; Σου είπαν ότι δεν θα γίνεις ποτέ καλός σε αυτό που ονειρεύεσαι. Σου είπαν ότι ζητάς πολλά σε έναν κόσμο που αποδέχεται όλο και λιγότερα. Σου είπαν «αποδέξου το, έτσι είναι τώρα». Κι εσύ στήνεις τα πιόνια σου ξανά και δεν εγκαταλείπεις. Τι κι αν τα έχασες όλα; Δεν αλλάζει η στρατηγική σου, απλώς βελτιώνεται.
*Και κρατάς εκείνο τον τρελό σου που ξέρει μόνο σε ένα χρώμα να πηγαίνει…. Γιατί στα δύσκολα οι τρελοί, οι ρομαντικοί και οι ονειροπόλοι είναι οι μόνοι που δεν φοβούνται
*Από το ποίημα Το Σκάκι του Μανώλη Αναγνωστάκη
Loveletters.gr

Το εντυπωσιακό γκράφιτι αφιερωμένο στον αξέχαστο Στάθη Ψάλτη

Το εντυπωσιακό γκράφιτι αφιερωμένο στον αξέχαστο Στάθη Ψάλτη
Ο καλλιτέχνης γκράφιτι με το ψευδώνυμο Πλάτων δημιούργησε ένα εντυπωσιακό γκράφιτι – φόρο τιμής στον Στάθη Ψάλτη που πέθανε στις 21 Απριλίου 2017.
Ο καλλιτέχνης με το ψευδώνυμο Πλάτων δημιούργησε ένα γκράφιτι – φόρο τιμής στον αγαπημένο Στάθη Ψάλτη που έφυγε από την ζωή πέρσι σε ηλικία 66 ετών μετά από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο.
Το εντυπωσιακό γκράφιτι αφιερωμένο στον αξέχαστο Στάθη Ψάλτη - Εικόνα 2
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε αυτό το γκράφιτι στην περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, και έγραψε:
ΣΤΑΘΑΡΑ ΒΑΣΙΚΑ….ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΣΟΥ…1951-2017
Το εντυπωσιακό γκράφιτι αφιερωμένο στον αξέχαστο Στάθη Ψάλτη - Εικόνα 3
Η αρχική ανάρτηση