Κάνε πάλι πως αδιαφορείς να γελάσουμε





Ξέρεις, οι σχέσεις σήμερα συνοψίζονται ωμά σ’ ένα απλό «ο θάνατός σου η ζωή μου» κι έτσι πορευόμαστε πριν και μετά το τέλος τους, ανερυθρίαστα κι ευθαρσώς. Δε θα σου δείξω πόσο με νοιάζει για να μη νιώσεις την αδυναμία μου. Δε θα μου πεις πόσο σου λείπω επειδή δε σου το είπα πρώτα εγώ. Δε θα σε πάρω τηλέφωνο επειδή δε μου έστειλες εσύ μήνυμα και δε θα κάνεις το πρώτο βήμα επειδή έχεις αμφιβολίες για όσα νιώθω κι ας σε τρώει η βεβαιότητα της δικής σου κάψας. Βαφτίζουμε τους εγωισμούς μας αξιοπρέπεια και κάνουμε το κομμάτι μας δηλαδή σε βάρος της ψυχής μας.
Ο θάνατός μου η ζωή σου, λοιπόν. Έτσι σκέφτηκες κι αποφάσισες να με πείσεις με κάθε κόστος. Γυάλισες τη μάσκα σου καλά-καλά, τη φόρεσες και προσποιήθηκες πως πήγες ένα βήμα παραπέρα αδιαφορώντας με κάλπικο στόμφο. Ναι, ξέρω. Δε σε νοιάζει τι κάνω, πού πάω και με ποιον. Το χώνεψα, άλλωστε το κατέστησες παραπάνω από σαφές· σχεδόν μου το έτριψες στα μούτρα κι εγώ βλέπεις δε σου χάλασα το όνειρο. Μόνο έμεινα εκεί, να κάνω φρόνιμα χάζι την παράστασή σου κι ας τη βαθμολογούσα από μέσα μου με δύο αστεράκια επιεικώς.
Άλλωστε έχει πλάκα να σε βλέπω να πασχίζεις να πείσεις τους πάντες πως δε βλέπεις πως περνάω από δίπλα σου, ενώ νιώθεις το άρωμά μου να σου καίει τα ρουθούνια. Να μου γυρνάς την πλάτη, να δείχνεις με κάθε τρόπο πόσο καθόλου δε σου έλειψα και πόσο πιο όμορφα περνάς χωρίς εμένα. Έχει πλάκα να προσπαθείς έτσι άτσαλα να πείσεις τον εαυτό σου πως δε σε ενοχλεί να μου μιλάνε άλλοι, να με κρυφοβλέπεις να γελάω με ξένα αστεία, να μοιράζομαι τη ζωή μου μ’ όλους εκτός από εσένα.
Έχει πλάκα, επειδή σχεδόν κατάφερες να ξεγελάσεις τους πάντες, εκτός από μένα. Πώς να ξεγελάσεις, άλλωστε, κάποιον που γνωρίζει την κλίση που παίρνει το στόμα σου όταν εκνευρίζεσαι ή τον τρόπο που δαγκώνεις τα χείλη σου όταν προσπαθείς να το παίξεις ψύχραιμος; Kαι πώς να παραστήσεις τον άνετο σε ‘κείνον που ξέρει να ξεχωρίζει με κλειστά μάτια πότε γελάς απ’ την ψυχή σου και πότε από ευγένεια; Άσε, δεν ωφελεί. Οπότε μην πασχίζεις τζάμπα.
Δεν ξεγελάς έτσι απλά άνθρωπο που σε έζησε να διαλύεσαι και σε βοήθησε να σηκωθείς, που πήρε τον πόνο σου και τον έκανε κομμάτια πίσω από σφραγισμένες πόρτες, που σε έντυσε με αγάπη σε ώρες που ήσουν γυμνός. Που ανταλλάξατε ζωές, συνήθειες και κρεβάτι.
Άνθρωποι τέτοιοι ξέρουν να μιλάνε χωρίς λέξεις και να ακουμπιούνται χωρίς χάδια, αυτή είναι η καταδίκη τους. Δεν πειράζει, όμως, αφού έτσι το θέλεις ας νικήσει ο καλύτερος. Πέσε με τα μούτρα στην αδιαφορία που τόσο άτεχνα μου πλασάρεις και φύγε με στυλ μακριά μου για να σιγουρευτώ πως με ξεπέρασες. Φρόντισε να κοιτάζεις πίσω στα κρυφά για να βεβαιωθείς πως το πρόσεξα και συνέχισε να περπατάς με τα μάτια στην πλάτη, κρυφοκοιτάζοντας τη ζωή μου από ιντερνετικές κλειδαρότρυπες. Εγώ εδώ θα είμαι και θα σε καμαρώνω.
Θα σε δω, λοιπόν, έξω και θα κάνω πως δε σε πρόσεξα· κι ας έχασε η καρδιά μου ένα χτύπο μόλις είδα το αυτοκίνητό σου, όταν κατάλαβα πως θα σε πετύχω κάπου εκεί τριγύρω. Θα το κάνω έτσι, για να παίξω το παιχνίδι σου. Θα με δεις κι εσύ και θα νιώσεις το οξυγόνο να λιγοστεύει κι ας παριστάνεις πως μακριά μου πλέον ανασαίνεις ευκολότερα. Θα το κάνεις, έτσι, για να παίξεις κι εσύ το δικό μου παιχνίδι. Θα ξέρεις και θα ξέρω, αλλά δε θα ξέρουμε μαζί. Θα ξέρουμε χώρια. Κι ας μην μπορούμε να καταλήξουμε ποιος στο διάολο αποφάσισε να παίζουμε ένα τέτοιο κωλοπαίχνιδο που μας αναγκάζει να χάνουμε κι οι δυο.
Όλα τα έκανες για να με πείσεις πως δε σε νοιάζει και μπράβο σου. Τα στοίχισες, τα ένωσες και τα εφάρμοσες ένα-ένα χωρίς παρεκκλίσεις. Σωστός στρατιώτης. Όλα τα κατάφερες, καρδιά μου, εκτός από ένα. Το σημαντικότερο: να μη σε νοιάζει πραγματικά.

Επιμέλεια κειμένου Φρόσως Μαγκαφοπούλου: Ελευθερία Παπασάββα.
Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Share on Google Plus

0 σχόλια: