Αυτό που σου έλεγα..

Αν μπορούσα, θα σου μιλούσα.
Θα σου θύμιζα όλες σου τις στιγμές πλάι μου.
Για τότε που με πρωτοέφερες σπίτι και με τοποθέτησες στην αγαπημένη σου γωνιά, στο τραπεζάκι αριστερά της πολυθρόνας.

Εκεί, που τις Κυριακές τα πρωινά ξεφύλλιζες την εφημερίδα και διαολόστελνες τους υπουργούς Οικονομικών που σου πετσόκοβαν τη σύνταξη πενηντάρικο πενηντάρικο.
Έπειτα, έφτανες στα Αθλητικά και στα πεπραγμένα των συναδέλφων σου.
«Ακόμη σέρνονται σ’ εκδηλώσεις. Δε χόρτασαν ακόμη;», αναρωτιόσουν και συνέχιζες χαμογελώντας.
Θλιβόσουν όμως, καθώς τελείωναν τα φύλλα και καταριόσουν το ευρώ που πάλι τζάμπα έδωσες για μία ακόμη φορά.

Κι όμως.
Την επόμενη Κυριακή θα έβγαινες πάλι να την αγοράσεις.
Για να σχολιάσεις, να χαμογελάσεις και να γεμίσεις πρόσκαιρη θλίψη αναγνωρίζοντας με δυσκολία οικεία πρόσωπα στα μνημόσυνα.
Ήθελα να σε ρωτήσω από απλή περιέργεια γιατί με χρειάζεσαι αφού το φως της μέρας ήταν αρκετό.
Αν μπορούσα, θα το ρωτούσα.

Θα σε ρωτούσα και για όλες εκείνες τις βραδιές που για ώρα παρέμενες σε συγκεκριμένες σελίδες των βιβλίων που διάβαζες.
Τις διάβαζες πολλές φορές, ξανά και ξανά, λες και ήθελες να τις κάνεις δικές σου.
Πολλές φορές σε άκουγα και με αναστεναγμό ν’ αναφωνείς πως ήθελες να τις είχες γράψει εσύ.
Κείμενα ολόκληρα.
Ή πάλι μικρές παραγράφους.

Μα το καλύτερό σου ήταν οι ποιητικές συλλογές.
Σ΄ άκουγα κιόλας.
Ψιθύριζες τους στίχους και χρωμάτιζες τη φωνή σου.
Διαφορετικά σε κάθε ανάγνωση.
Κοντοστεκόσουν σε στίχους, διάβαζες τον επόμενο κι επέστρεφες στην παραπάνω στροφή. Και ξανά.
Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ.
Μάντευα μοναχά πως τα σημάδια της στίξης κοντά στις λέξεις -πριν και μετά- σου έμοιαζαν με τ’ άλλα.
Αυτά, που καρφιτσωμένα σε γραμμές οριζόντιες οδηγούσαν τα δάκτυλά σου στην πένα..
Αυτή, που μου χάρισες και την έχω σα φυλαχτό έκτοτε..

Όταν στέγνωνε το στόμα σου γέμιζες ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
Το λευκό σου ανακάτευε το στομάχι κι ήταν η δικαιολογία σου για τις ιατρικές συμβουλές, πως το αλκοόλ δεν συνοδεύει όλα αυτά τα χρωματιστά χάπια που έπαιρνες.
«Τι λευκό, τι κόκκινο», σου έλεγε ο γιατρός και αντιδρούσες.

Αν μπορούσα, θα σου μιλούσα.
Θα σου έλεγα για τις φορές που είχες αποκοιμηθεί με τα βιβλία αγκαλιά και παραμιλούσες με το δάκτυλο ανάμεσα στις σελίδες.
Συχνά πυκνά και τ’ όνομά της.
Απωθημένο την αποκαλείς στο ξύπνιο σου.
Δεν τη γνώρισα.
Μάλλον ούτε κι εσύ. Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζω.

Γιατί ξέρεις, είναι κι αυτό το κακό που μας βρήκε, να ξεχνάμε.
Να χάνουμε στιγμές, να ξεχνάμε πρόσωπα και καταστάσεις.
Εξατμίζονται σιγά σιγά κομμάτια από τη μνήμη, φεύγουν και χάνονται.
Είναι φορές που μπερδεύονται και πολλές, γίνονται μία.
Άλλοτε πάλι η μία, διαχωρίζεται και μοιάζει με Λερναία Ύδρα.

Αλήθεια, δεν ξέρω τί να φοβηθώ περισσότερο.
Αυτό το τέρας, ή που αδυνατώ να σε ακολουθώ;
Σε παρατηρούσα που ξαναδιάβαζες τα ίδια βιβλία, τις ίδιες σελίδες, τους ίδιους στίχους.
Ναι, δεν το αρνούμαι.
Μπορεί κι εγώ να έκανα λάθος και να μη θυμόμουν καθαρά αν το είχες διαβάσει παλιότερα ή όχι.

Ακόμη ένας φόβος αυτός.
Γεμίζω φόβους κι αν μπορούσα, θα σου μιλούσα.
Για όλα όσα με φόβισαν και ξεπέρασα, ξεχνώντας τα.
Και για όλα εκείνα που με φοβίζουν και θα ήθελα να ξεχάσω.
Γιατί το άτιμο αυτό το τέρας επιλέγει να ξεχνάμε τα πιό όμορφα.
Γιατί;
Να κάτι ακόμη που θα ήθελα να σε ρωτήσω, αν μπορούσα.
Ξεχνάμε και μένουμε μόνοι;
Ή το αντίθετο;

«Όνομα;», ρώτησε ο αστυνόμος σημειώνοντάς στο μπλοκάκι του.

« Αλέξανδρος Ιασωνίδης. Ετών 79», αποκρίθηκε ο ιατροδικαστής.

«Αιτία θανάτου;», συνέχισε ο αστυνόμος παρατηρώντας τη στοίβα με τα βιβλία κάτω από τη λάμπα στο τραπεζάκι.

«Ανακοπή καρδιάς, στον ύπνο του. Δεν ταλαιπωρήθηκε. Αποκοιμήθηκε μ’ αυτό το βιβλίο αγκαλιά.
Ήταν το τελευταίο που πρόλαβε να εκδόσει πριν είκοσι χρόνια. Σημαντικός συγγραφέας και ποιητής.
Κάποια στιγμή είχε πέσει στα χέρια μου ένα του βιβλίο κι έτσι τον γνώρισα», ολοκλήρωσε προς στιγμή ο ιατροδικαστής κλείνοντάς το βαλιτσάκι.

«Κι όλα αυτά τα βιβλία, δικά του;
Τα ίδια του τα γραφόμενα ξαναδιάβαζε;», ρώτησε ο αστυνόμος ξεφυλλίζοντας ένα από τη στοίβα.

«Μάλλον. Έπασχε κι από Αλτσχάιμερ την τελευταία δεκαετία.
Τη λάμπα να τη σβήσω;».

«Σβήσε την, ναι. Ό,τι φως έδωσε έδωσε»..

Κάρυ Γκλεζάκου

Share on Google Plus

0 σχόλια: