Να μου γελάς μαμά!

Γράφει η Μαίρη Τσίλη
Νύχτωσε μαμά κι εγώ για σένα φοβάμαι. Να μην μου πάθεις τίποτα. Ξαπλώνω και στον ύπνο μου κλαίω. Ίσως κι εσύ να κλαις. Σε παρηγορώ και με πείσμα σου λέω, πως πριν να ξημερώσει είναι το πιο μεγάλο σκοτάδι και να μην φοβάσαι.

Ξημέρωσε μαμά κι έχω δύναμη για σένα. Έρχομαι και κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί και πίνουμε καφέ από την ίδια κούπα. Ξεκινάμε και δίνουμε την μάχη μαζί. Σου γελώ για να μου γελάσεις κι εσύ.

Αρχίζει η μάχη μαμά, κι εσύ τρέχεις αδύναμα κι εγώ κάνω την πιο αδύναμη από σένα για να σου δώσω δύναμη. Τρέχω όταν δεν τρέχεις πια για να μην καταλάβεις κάτι. Με κρατάς και σε κρατώ και κάνουμε ότι τίποτα άσχημο γύρω μας δεν τρέχει.

Τελειώσαμε την μάχη μαμά και επιστρέφουμε στις γωνιές μας στο σπιτάκι μας. Σε αφήνω να ξεκουραστείς και πάω να κλάψω στα κρυφά.
Ήρθε το απόγευμα και έρχομαι ξανά κοντά σου. Ανάβω τσιγάρο και στο δίνω, έτσι όπως μου το ζητάς. Ανάβω κι εγώ ένα. Εσύ το παρατάς και εγώ γεμίζω τα μάτια μου με καπνό, την λύπη μου για να πνίξω στην ομίχλη που μας έχει φέρει πια η ζωή.

Κοιμάμαι μαμά, και λίγα λεπτά προλαβαίνω να δω σε όνειρο όλη μου την ζωή με εσένα. Θάλασσα, καλοκαίρια. Χειμώνες και Χριστούγεννα σε ένα σπίτι παλιό κι αγαπημένο. Εσένα να με προσέχεις. Κι ύστερα στο όνειρο μου, έρχεσαι εσύ, έτσι όπως ακριβώς ήσουν μικρό κορίτσι κι έτσι όπως μεγάλωνες. Σε προσέχω τώρα εγώ μαμά και ταυτόχρονα σε χαίρομαι και σε καμαρώνω.

Ξυπνάω μαμά και κατεβαίνω να πιούμε καφέ μαζί. Κι όμως, άφησες ένα άψυχο σώμα στην κουζίνα και πήγες ταξίδι την όμορφη ψυχή σου. Παγώνω πιο πολύ από όσο εσύ. Νιώθω κενό και τρέμω ολόκληρη χωρίς να το καταλαβαίνω. Γονατίζω. Σε κοιτώ και κλείνω τα μάτια μου. Πάντα στο Παρίσι ήθελες να πας αλλά σκεφτόσουν το ταξίδι με τα αεροπλάνα.

Έφυγες για πάντα μαμά κι έμεινα εγώ εδώ. Τώρα πια το κλειδί στην πόρτα σου κάνει αλλιώτικη φασαρία. Διαμαρτύρεται για την δική σου απουσία κούκλα μου. Κι εγώ κλαίω μαζί με το κλειδί και την ζακετούλα σου αγκαλιά. Το βλέμμα μου το άδειο σπίτι σου αγγίζει. Βάζω μουσική και ένα ποτό να πιω για να είμαι ψύχραιμη. Μάταια. Μαζεύω τα κομμάτια μου και φεύγω από εκεί.

Πέρασε ο καιρός μαμά κι έρχονται στιγμές που φοβάμαι την ζωή και τους ανθρώπους ακόμα χωρίς εσένα. Αλλά ξέρω πια ότι εσύ καλά εκεί ψηλά και νιώθω πάλι να με αγκαλιάζει η πιο γλυκιά ανάμνηση που έχω από εσένα. Το γέλιο σου το πελώριο κάθε φορά που γελούσες με την καρδιά σου!

Υ.Γ.: Ελπίζω να θυμάσαι την άθλια προφορά μου στα γαλλικά, κάθε φορά που σου έλεγα μια λέξη για να μου την μεταφράσεις. Όπως επίσης και εκείνη την χάλια κοτόσουπα που σου είχα φτιάξει...
Σε αγαπώ μαμά.


Copyright © Μαίρη Τσίλη
Koukidaki.blogspot.com
Share on Google Plus

0 σχόλια: