Κάποιοι έρωτες τελειώνουν, μόλις χαθεί το σήμα του wi-fi..

Είχαν περάσει κάποιες μέρες από την τελευταία φορά που είχαν μιλήσει. Εκείνη την φορά που μόνο εκνευρισμό και κρυφά απωθημένα έκρυβε η συζήτηση τους. Πόσες φορές δεν είχαν σκεφτεί ότι αφού η τύχη δεν το ‘φερε να γνωριστούν χρόνια πριν, ίσως θα ήταν καλύτερα να μην είχαν μιλήσει και ποτέ. Ήταν πολύ δυνατή η χημεία τους και κάπου στο βάθος του μυαλού τους το ήξεραν ότι θα έμπλεκαν.
Αυτός ήταν αλλού και εκείνη στον κόσμο της, συναντήθηκαν οι δρόμοι τους την λάθος στιγμή. Όταν τα κενά της ψυχής μεγάλωναν και ο καθένας τους γύρευε να καλύψει το δικό του κενό με αυτό το «κάτι διαφορετικό» που του έδινε ο άλλος.
Το ξεκίνησαν σαν παιχνίδι. Τα όρια τους δοκίμαζαν, σαν την πεταλούδα που πλησιάζει την φωτιά και ετοιμάζεται να κάψει τα φτερά της αλλά δεν το ξέρει.
Το απαγορευμένο, το παράτυπο και το εκτός προγράμματος είναι τελικά αυτά που κέρδισαν την μάχη με το «Πρέπει» και το «Σωστό» γιατί η ρουτίνα ήταν ο μεγάλος προδότης που συνωμότησε και τους την έστησε! Ήταν αυτή που τους στρίμωξε άγρια στο αδιέξοδο και τους έβαλε στους μεγάλους μπελάδες.
Μεγάλος ο πειρασμός να παίξεις με ό,τι δεν πρέπει να πλησιάσεις, γιατί αν το αγγίξεις δεν θα μπορείς να μείνεις μακριά του, αγνοώντας για το πόσο ισχυρά είναι τα ξόρκια της επιθυμίας για το άγνωστο.
Λες ένα «πλάκα έχει», ένα «σιγά, πόσο θα κρατήσει», παραμυθιάζεσαι και με ένα «Το ελέγχω» κι έτσι τα λάθη και οι τύψεις θα μπουν για λίγο στην άκρη, παρακολουθώντας από μικρή απόσταση την συνέχεια, αφού προς το παρόν δεν ήρθε η σειρά τους να πάρουν θέση μάχης.
Και η μέρα αυτή ήρθε, που έπρεπε να αντικρύσουν κατάματα και τα πρέπει και τα σωστά και τα λάθη και τις τύψεις, ετοιμοπόλεμα να πάρουν το αίμα τους πίσω, αφού η πραγματικότητα τους, έκρυβε πολύ ζόρι για να μπορέσουν να αντέξουν και έναν έρωτα που γεννήθηκε πίσω από μία οθόνη.
Ακούγεται τόσο αστείο ο έρωτας να γεννιέται εκεί! Πάνω σε ένα πληκτρολόγιο! Δίχως να αγγίξουν την σάρκα, δίχως να γευτούν το φιλί, δίχως να τους αιχμαλωτίσει η μυρωδιά τους, να αφυπνούνται όλες οι αισθήσεις τους μονάχα από τις σκέψεις και το ενδιαφέρον του άλλου, που αυτό και μόνο αρκεί για να ζωηρέψουν οι παλμοί της καρδιάς τους και να πάρει φωτιά το κορμί τους.
Ποιος μπορεί να πει ότι το πάθος που ένιωθαν άνηκε μόνο σε μια εικονική πραγματικότητα; Και γιατί να μην είναι αληθινά τα αισθήματα για κάποιον που ζει απλώς και μόνο χιλιόμετρα μακριά; Μήπως επειδή έπεφτε βαρύ που τυπικά την επίσημη θέση την έχει καταλάβει ήδη κάποιος άλλος και το μοναδικό πράγμα που τους συνέδεε ήταν η ανυπομονησία για το πότε θα ξαναμιλήσουν; Μα πόσο πολύ ταιριάζανε σε όλα! Ποιο τρελό κάρμα τους έφερε κοντά αλλά δεν τους άφηνε να ζήσουνε μαζί αυτό το πάθος;
Θεριό ανήμερο το μυαλό και αδάμαστες οι σκέψεις, ξυπνώντας μέσα τους συναισθήματα από το πουθενά, που όχι μόνο δεν κατάλαβαν πως ήρθαν αλλά ούτε τα εμπόδισαν, συνεχίζοντας να ζουν στις φαντασιώσεις που δημιουργήθηκαν μέσα στις παιχνιδιάρικες σκέψεις που μοιράζονταν.
Και οι μέρες έγιναν εβδομάδες και οι εβδομάδες έγιναν μήνες και ο χρόνος κυλούσε δίχως τίποτα να πάει μπροστά αλλά και χωρίς να μπορεί να γυρίσει πίσω.
Κάπως έπρεπε να τελειώσει αυτή η ιστορία που δεν ολοκληρωνόταν αλλά τους στοίχειωνε τις νύχτες. Αυτές τις άδειες νύχτες που ήθελαν να περνάνε αγκαλιασμένοι, στο ίδιο κρεβάτι, ανασαίνοντας ο ένας από την αναπνοή του άλλου, χτυπώντας οι καρδιές τους στον ίδιο ρυθμό σε σώματα σφιχτά αγκαλιασμένα, αλλά πως θα γινόταν κάτι τέτοιο χωρίς να τους πνίγουν οι ευθύνες για τα χάσματα που δεν γεφυρώνονταν. Μόνο που αυτό το λίγο δεν τους αρκούσε πια. Δοκίμασαν να σταματήσουν να μιλάνε μήπως και έτσι ελαττωθεί η επιθυμία τους να βρεθούν κι από κοντά. Αυτό κράτησε μόνο ελάχιστες μέρες με επώδυνα αποτελέσματα.
Ο κύβος ερρίφθη και η απόφαση πάρθηκε. Έπρεπε να συναντηθούν. Δεν θα λογάριαζαν τίποτα μπροστά σε αυτή την επιθυμία που απείχε μόνο τόσο λίγο στο να την πραγματώσουν. Όλα τα κανόνισαν βιαστικά και υπόγεια μην τους αντιληφθεί κανένας. Ένα επαγγελματικό ταξίδι για τον έναν, μία εκδρομή με φίλες για την άλλη. Ότι θα τους έδινε την ευκαιρία να ζήσουν για λίγο το όνειρο. Μόνο αυτές τις στιγμές να ζήσουν μαζί! Αφού ήξεραν πως οι ζωές τους προχωρούσαν σε παράλληλα μονοπάτια που δεν διασταυρώνονταν πουθενά. Έπρεπε να αδράξουν την ευκαιρία τώρα που η τρέλα τους εμπόδιζε την λογική! Όχι! Δεν θα πλήγωναν κανέναν άλλον! Δεν θα το μάθαινε κανείς! Θα ήταν το μυστικό τους!
Τα υπόλοιπα πέρασαν απλώς στην ιστορία. Οι πρώτες αμήχανες στιγμές, οι πρώτες τους συζητήσεις, τα πρώτα βιαστικά φιλιά που έκρυβαν λίγο φόβο και έπειτα απελευθέρωσαν όλο το εγκλωβισμένο πάθος τους κάτω από τα σεντόνια ενός ξενοδοχείου στην μέση του πουθενά. Σχεδόν χωρίς ανάσα, το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιασμένους και άυπνους. Αυτή ακουμπώντας πάνω στο στήθος του με τα μάτια της ανοιχτά και το μυαλό της να τρέχει από σκέψη σε σκέψη και αυτός με γερμένο προς τα πίσω το κεφάλι του στο προσκέφαλο να κοιτάζει έξω από το παράθυρο ανασαίνοντας αργά. Ήταν σαν να μην ήξεραν τι κάνουν εκεί, σαν να βγήκαν ξαφνικά από την προστατευμένη γυάλα τους και αισθάνονταν ντροπή για ότι έζησαν. Σαν να μην έβρισκε πια κανείς τα λόγια που αφειδώς ξόδευε κάθε βράδυ στον υπολογιστή του.
Τα είχανε πει όλα πια και τα είχανε κάνει και όλα.
Τα λόγια λιγόστευαν καθώς τώρα έπαιρνε ξανά τα ηνία η λογική και το τι θα έβρισκαν απέναντι τους την επόμενη μέρα.
Όλες οι φορές που είχαν κάνει έρωτα διαδικτυακά, σαν συναίσθημα είχε μεγάλη απόκλιση με την ζωντανή τους συνεύρεση.
Ίσως τελικά τα είχαν όλα υπερεκτιμήσει. Ίσως ο φόβος τους για τις συνέπειες να ήταν μεγαλύτερος από το πάθος που ξεθύμανε στην τελευταία τους κορύφωση. Ίσως να μην ήταν τελικά φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ίσως τελικά ήταν δύο δειλοί που τόλμησαν να κάνουν την επανάσταση τους και αυτό ήταν όλο. Δύο γνωστοί άγνωστοι που τους ένωσαν τα απωθημένα τους, το διαδίκτυο και ένας υπολογιστής.
Το πρωί, σηκώθηκαν, ντύθηκαν και έφαγαν πρωινό σχεδόν αμίλητοι.
Αυτός τώρα που την αντίκρυζε πια μπροστά του συνειδητοποιούσε πως δεν ένιωθε πια τίποτα και εκείνη ένιωθε ένα βάρος στο στήθος και μία έντονη επιθυμία να εξαφανιστεί από μπροστά του. Δεν ήξερε αν ήταν από ντροπή για ό,τι έκαναν το προηγούμενο βράδυ ή επειδή αυτό που έζησαν δεν είχε τον ρομαντισμό και την ασφάλεια της απόστασης που ζούσαν τόσο καιρό.
Πήραν και οι δύο το κομμάτι της ηδονής που τους αναλογούσε, αλλά κανένας από τους δυο τους δεν θα ήθελε να αλλάξει για χάρη του άλλου την δική του πραγματικότητα. Είχανε κλείσει και το τελευταίο ανοιχτό κεφάλαιο της ιστορίας τους. Ο καθένας γύρισε στην καθημερινότητα του σαν να το έζησε σε ένα όνειρο. Ένα όνειρο από ένα παράλληλο σύμπαν όπου εκεί ο έρωτας ζει όσο δίνει το router wi-fi στο μυαλό για να φτιάχνει τις ιστορίες του.


Loveletters.gr
Share on Google Plus

0 σχόλια: