Ο αγιασμός των υδάτων, τα Φώτα και τα έθιμά μας

Τρεις ημέρες γιορτάζουμε τα Φώτα: την παραμονή των Θεοφανίων (5 Ιανουαρίου), την ημέρα των Θεοφανίων (6 Ιανουαρίου) και τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου). Οι τρεις αυτές ημέρες ονομάζονται «τριήμερο των Φώτων».

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Το έθιμο της ρίψης του σταυρού στο νερό και η πεποίθηση του αγιασμού των υδάτων έχουν τις ρίζες τους πίσω στον χρόνο. Αρκεί να θυμηθούμε την εορτή των Πλυντηρίων του αγάλματος της θεάς Αθηνάς.

«Ο Αγιασμός των υδάτων έχει διαχρονική παράδοση. Άλλωστε η ιστορία του νερού αρχίζει, ίσως, συγχρόνως με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντισε από την αρχή να κατοικεί κοντά στις πηγές, στα ποτάμια και τις λίμνες. Ακόμη στη ''Γένεση'' αναφέρεται: ''Και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν, Γην και το σύναγμα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν και πνεύμα Θεού εφέρετο επάνω του ύδατος'' (Γεν. Α’ 2). Γιατί η θάλασσα είναι το αιώνιο σύμβολο της μήτρας της απεραντοσύνης της ανθρώπινης ψυχής από την οποία ξεκίνησε ο άνθρωπος. Η λειτουργία του νερού ως συστατικό στοιχείο της δημιουργίας του κόσμου ήταν η επικρατούσα άποψη μεταξύ των φιλοσόφων στην Αρχαία Ελλάδα. ''΄Υδωρ αρχή της φύσης'' τονίζει ο Θαλής ο Μιλήσιος ενώ ο Φερεκύδης υποστηρίζει: ''Αρχήν όλων το ύδωρ''. Στους μύθους όλων των λαών το νερό έχει μαγικές δυνάμεις, είναι ουσία αναγεννητική, αναζωογονητική και εξαγνιστική», γράφει ο Νίκος Κωστάρας.

«Ο μεγάλος αγιασμός αποτελεί τελετή καθαγιασμού κι εξαγνισμού των υδάτων. Από τη βρύση ως τον ποταμό, τη λίμνη και τη θάλασσα, τα νερά θεωρούνται ιερά. Το νερό ως μέσο καθαρμού κι εξαγνισμού απαντάται στη λατρευτική ζωή πολλών θρησκευτικών συστημάτων.

»Στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε η «Επιφάνεια» ως πεποίθηση των θρησκευομένων για την παρουσίαση ενώπιον τους της θεϊκής δύναμης. Η «Επιφάνεια» των αρχαίων θεοτήτων στους ανθρώπους και η χρήση του νερού από τους αρχαίους ως μέσο καθαρμού αποτελούν, τηρουμένων των αναλογιών, ιδιότυπη προτύπωση της εορτής των Θεοφανίων. Ο καθαρισμός κατά τη γέννηση αποτελούσε κατ’ ουσίαν αναπαράσταση του μύθου, σύμφωνα με τον οποίο, μόλις γεννήθηκε ο Δίας τον έλουσαν στον ποταμό Γορτύνιο, ο οποίος μετονομάστηκε σε Λούσιο».

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ού έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, που ήταν 6 μήνες μεγαλύτερος του Χριστού, και διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Κατά δε τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα από τον ουρανό ακούσθηκε φωνή που έλεγε ότι: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα». Η φράση αναφέρεται στα ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά, ενώ απουσιάζει από αυτό του Ιωάννη.

Από τον 3ο αιώνα η γιορτή εμφανίζεται στις χριστιανικές κοινότητες με μεγάλη συχνότητα. Στο τέλος του 3ου αιώνα προστέθηκε και άλλη έννοια στον εορτασμό αυτόν, που άρχισε να πανηγυρίζεται και ως ημέρα της «εν σαρκί» φανερώσεως του Κυρίου. Ούτως και στην Αλεξάνδρεια κατά τον Κασσιανό, και στην Κύπρο κατά Επιφάνιο. Από της εποχής λοιπόν αυτής άρχεται, κατά το πιθανότερο, και ο εορτασμός των Χριστουγέννων.

Κατά τον 4ο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ΄ όπου και το όνομα «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός λόγος 39, Αστερίου Αμάσ. Λόγος εις «εορτών των Καλανδών»).

Την παραμονή των Φώτων, σε όλη την Ελλάδα, οι πιστοί εκκλησιάζονται στους ναούς, όπου ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και στη συνέχεια λαμβάνει χώρα ο «Μεγάλος Αγιασμός» που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι, ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, γνωστά και μη, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανεων. Οι γειτονιές θα γεμίσουν από γλυκές φωνούλες που ψάλλουν:

«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός,
η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,
κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά.
Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,
και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.
Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί.
Ν' ανεβώ επάνω στον ουρανό,
να μαζέψω ρόδα και λίβανο».

Την ίδια ημέρα, ο ιερέας με τον βοηθό του θα γυρίσει όλα τα σπίτια και καταστήματα της ενορίας για να τα αγιάσει και να τα ευλογήσει. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα στο «σικλί», ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του Ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο Ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Είναι η στιγμή που η παράδοση θέλει τους καλικάτζαρους να τρέχουν φοβισμένοι και να επιστρέφουν στα έγκατα της γης:

«Φεύγετε να φεύγουμε,
έφτασε ο τουρλόπαπας,
με την αγιαστούρα του.
Ο παπάς με αγιασμό,
οι χωριανοί με το "θερμό"».

Έτσι, οι καλικάτζαροι, μαυριδεροί, τριχωτοί, με ουρά και μακριά χέρια, επιστρέφουν κυνηγημένοι στα έγκατα της γης. Ζουν εκεί και με ένα μεγάλο πριόνι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια.

Τις παραμονές των Χριστουγέννων τα έχουν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης είναι έτοιμο να κοπεί και να πέσει. Χαρούμενοι που τα κατάφεραν επιτέλους, οι καλικάντζαροι βγαίνουν επάνω τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και για να μην σωριαστεί η γη στα κεφάλια τους.

Οι καλικάντζαροι είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών.

Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο.

Η ονομασία Καλικάντζαροι προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος». Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του ‘Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.

Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.

Μόλις τελειώσει ο ιερέας τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στον βοηθό του. Παλιά συνηθίζονταν τα χρήματα αυτά να ήταν μεταλλικά κέρματα τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο «σικλί», ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν.

Αφού αγιασθούν οι χώροι του σπιτιού, μάζευαν τη στάχτη από τη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια αφού όπως πιστεύεται διώχνει το κακό.

Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί.

Την ημέρα των Θεοφανίων στους ναούς ψάλλεται, όπως και την προηγουμένη, η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών». Στη συνέχεια ο ιερέας και οι πιστοί θα βγουν από τον ναό και θα κατευθυνθούν στο σημείο όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Το σημείο αυτό είναι κάποιο λιμάνι, ποτάμι, πηγάδι, δεξαμενή ή απλά μια εξέδρα στο προαύλιο της εκκλησίας πάνω στην οποία, σε ειδικό σκεύος, θα γίνει η τελετή. Οι καμπάνες σημαίνουν χαρμόσυνα και ο Ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλει:

«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε,
η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι,
αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς
εβεβαίου του λόγου το ασφαλές.
Ο επιφανείς, Χριστέ ο Θεός,
και τον κόσμον φωτίσας, δόξα σοι.»

Λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πέφτουν στα νερά οι «βουτηχτάδες» για να πιάσουν τον σταυρό. Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού», και όποιος βρει τον σταυρό πρώτος θεωρείται ότι είναι τυχερός και ευλογημένος. Τα παλιότερα χρόνια, αυτός που έβρισκε τον σταυρό, τον γυρνούσε στα σπίτια της ενορίας μαζεύοντας χρήματα που είτε κρατούσε ο ίδιος είτε έδινε στους φτωχούς. Αναμφίβολα οι πιο λαμπρές τελετές «κατάδυσης του Σταυρού» είναι αυτές που λαμβάνουν χώρα στα λιμάνια. Η γιορτινή ατμόσφαιρα της ημέρας επιβάλει και ένα ανάλογο φαγητό στο μεσημεριανό τραπέζι. Συνηθίζεται αυτό το φαγητό να είναι χοιρινό ενώ σε μερικές περιοχές το φαγητό συνοδεύει ένα ειδικό ψωμί που ονομάζεται «φωτίτσα».

Τα έθιμα όμως της ημέρας δεν σταματούν εκεί. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν σε ποτάμια. Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται «πλύσιμο των εικόνων», και θυμίζει τα Πλυντήρια του αγάλματος της θεάς Αθηνάς στο Φάληρο. Επίσης ανήμερα των Θεοφανίων, το απόγευμα, σε πολλά χωριά οι κτηνοτρόφοι και οι γεωργοί, ραντίζουν με αγιασμό τους στάβλους και τα χωράφια τους αντίστοιχα. Έτσι τελειώνει και η δεύτερη ημέρα του «τριημέρου των Φώτων».

Η τελευταία ημέρα του «τριημέρου των Φώτων» είναι μια, η πιο λαμπρή, από τις έξι ημέρες του έτους που έχει αφιερώσει η Εκκλησία μας στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή. Η ημέρα ξεκινά για τους χριστιανούς με τον εκκλησιασμό. Στους ναούς, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ακούγεται το απολυτίκιο του Αγίου:

«Μνήμη δικαίου μετ' έγκωμίων σοι δε αρκέσει ή μαρτυρία του Κυρίου Πρόδρομε, ανεδείχθης γαρ όντως και Προφητών σεβασμιώτερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι, κατηξιώθης τον κηρυττόμενον, Όθεν της αληθείας ύπεραθλήσας, χαίρων εύηγγελίω, και τοις εν Άδει, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την άμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.»

Το πιο διαδεδομένο έθιμο της ημέρας έχει να κάνει με το «βρέξιμο» των νιόπαντρων ζευγαριών. Αυτό το έθιμο θέλει να οδηγούνται τα νιόπαντρα ζευγάρια στην παραλία με συνοδεία μουσικής. Εκεί σπρώχνονται από τους παριστάμενους στην θάλασσα οι οποίοι τους εύχονται να ζήσουν και να αποκτήσουν παιδιά.

(Φωτογραφία: Ασπασία Μπιρμπίλη, από τη σελίδα «Παλιές φωτογραφίες και γραφικοί τύποι της παλιάς Τριπολιτσάς» στο Facebook)
Arcadiaportal.gr
Share on Google Plus

0 σχόλια: