Λακωνική Μάνη: Ηλιος, πέτρα, θάλασσα!


Γνωστή και ως Εξω Μάνη, τούτη η χερσόνησος της Λακωνίας γοητεύει με τη σκληρότητα του τοπίου της: το δυνατό φως του ήλιου που δεν βρίσκει εμπόδιο καθώς αγγίζει τη γη, την πέτρα που φλερτάρει με τη θάλασσα όσο κατεβαίνουμε προς το Νότο, τα πυργόσπιτα που στέκουν σιωπηλά, άγρυπνοι φρουροί του τόπου, σαν να έχουν μάθει από πάντα ότι δεν πρέπει να προδίδουν σε κανένα αν έχουν ζωή ή όχι. Σε τούτη τη διαδρομή ανακαλύπτουμε τη Μάνη μέσα από επτά σημαντικούς (και ολίγον τι τουριστικούς πια) σταθμούς.

Γύθειο, το γραφικό


Παρουσιάζει την πιο γλυκιά εικόνα της περιοχής και αποτελεί για πολλούς ορμητήριο για να ανακαλύψουν το μεσαίο πόδι της Πελοποννήσου. Και το ίδιο όμως αξίζει λίγο από το χρόνο σας. Ξεκινήστε με μια βόλτα στο απέναντι νησάκι, το Μαράθι, με τα ανεμοδαρμένα πεύκα, τον Πύργο Τζαννετάκη (που ενίοτε είναι επισκέψιμος) και το Φάρο. Το Μαράθι συνδέεται με το λιμάνι και χαρίζει πλην των άλλων την καλύτερη άποψη της αμφιθεατρικά χτισμένης πόλης με τα σπίτια με τα κεραμίδια και τα ωραία χρώματα απέναντι. Το Γύθειο έχει κάποια ενδιαφέροντα νεοκλασικά κτίρια και ένα αξιόλογο αρχαίο θέατρο, που δεν έχει αναδειχuεί ακόμα όπως θα έπρεπε. Το μεγαλύτερο ατού του, πάντως, είναι η τεράστια παραλία. Ιδανική ώρα για να την περπατήσετε είναι το σούρουπο· όταν σκοτεινιάζει και δροσίζει, για έναν ρομαντικό περίπατο που θα διαρκέσει ώρα και θα κλείσει ευχάριστα σε μία από τις παραλιακές ταβέρνες με ουζάκι και χταποδάκι. Οι «μάστορες» Γυθειάτες το απλώνουν από το πρωί στον ήλιο και είναι λουκούμι!

Η αποκάλυψη της Αρεόπολης


Το κεφαλοχώρι της Μάνης που δεν πρέπει με τίποτα να προσπεράσετε, παρόλο που εκ πρώτης όψεως δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, από την κεντρική πλατεία του αρχίζει ένας πλακόστρωτος δρόμος που εισέρχεται στον ιστορικό πολεοδομικό ιστό των τριάντα κτιρίων που χαρακτηρίστηκαν πριν από δύο δεκαετίες παραδοσιακά και διατηρητέα μνημεία και περιβάλλουν το ναό των Ταξιαρχών και την καλά προστατευμένη πλατεία της 17ης Μαρτίου. Ξενώνες, ταβέρνες, καφέ και μπαρ, ένα πολύ παλιό μανάβικο-παντοπωλείο αλλά και ο φούρνος της κυρίας Μηλιάς θα γεμίζουν με εικόνες και γεύσεις τη βόλτα σας στην καλά κρυμμένη παλιά πόλη και θα σας χαρίσουν ένα νοερό ταξίδι πίσω στο χρόνο.

Οπωσδήποτε στο Σπήλαιο Διρού


Είναι ο λόγος που το ομώνυμο χωριό (Πύργος Διρού) έχει κρατήσει τον κόσμο του. Αλλά και μια αλλιώτικη, «σκοτεινή» περιήγηση, που πρέπει να χαρίσετε σ’ εσάς και στα παιδιά σας. Η ύπαρξη του σπηλαίου ήταν γνωστή ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, αυτοί όμως που το εξερεύνησαν συστηματικά είναι οι σπηλαιολόγοι Γιάννης και Μαρία Πετροχείλου, μισό αιώνα αργότερα. Η τουριστική διαδρομή έχει συνολικό μήκος 1.500 μ., από τα οποία τα πρώτα 1.200 είναι λιμναία και θα τα κάνετε με λέμβο (και οδηγό-ξεναγό κάποιον από τους ντόπιους εργαζομένους στο σπήλαιο). Το βάθος του νερού είναι από 30 εκατοστά μέχρι και 30 μέτρα, ενώ στη διάρκεια της βαρκάδας θα δείτε σταλακτίτες σε αποχρώσεις ροζ, λευκού, κόκκινου και σοκολατί, από το θείο, το ασβέστιο, τον σίδηρο και τον άργιλο που εντοπίζονται στην περιοχή. Επίσης, θα περάσετε και από διάφορες «αίθουσες», τις οποίες το ζεύγος Πετροχείλου βάφτισε με ευφάνταστα ονόματα, όπως Θάλασσα των ναυαγίων, Αίθουσα των ονείρων, Λιμανάκι της ευτυχίας και Σοκολατένια σάλα! 

Από το Λιμένι στον Γερολιμένα


Πριν από την Αρεόπολη το πρώτο και μετά το δεύτερο αποτελούν γραφικά παραθαλάσσια χωριά (και τα τελευταία χρόνια αγαπημένους τουριστικούς προορισμούς), με παλιά και καινούργια κτίρια, που όλα τους υπακούν στην παραδοσιακή μανιάτικη αρχιτεκτονική. Το Λιμένι αποτελούσε έδρα και λιμάνι των Μαυρομιχαλαίων, ενώ ο Γερολιμένας, πιο απόμακρος και απομονωμένος, ήταν επί Τουρκοκρατίας ένα από τα ορμητήρια των Μανιατών πειρατών και σπουδαίο σπουδαίο αλιευτικό καταφύγιο στη συνέχεια. Σήμερα, πάλι, βρίσκονται εδώ ορισμένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της περιοχής, η φήμη των οποίων έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.

Μαγευτική Βάθεια


Σε απόσταση περίπου μισής ώρας από τον Γερολιμένα, με κατεύθυνση προς το Ακρωτήριο Ταίναρο, οι ελιές λιγοστεύουν, η βλάστηση χαμηλώνει, η πέτρα αναλαμβάνει ρόλο πρωταγωνιστικό. Το φως δυναμώνει. Κάπου εκεί είναι που εμφανίζονται από μακριά μια χούφτα πυργόσπιτα, σκαρφαλωμένα πάνω σε πλαγιά. Σαν εικόνα ψεύτικη, σαν καρτ ποστάλ. Οι πέτρινοι πύργοι της Βάθειας, που χτίστηκαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα είναι δύο ή τριών επιπέδων, έχουν πολύ μικρά παράθυρα που λειτουργούσαν ως πολεμίστρες και αποτελούν μοναδικά δείγματα λαϊκής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Τη δεκαετία του ’80 πολλά από αυτά τα κτίσματα διασώθηκαν, αναστηλώθηκαν και ανακαινίστηκαν χάρη σε ένα φιλόδοξο πρότζεκτ του ΕΟΤ που σκόπευε να τα μετατρέψει σε ξενώνες. Τα καταλύματα δεν κατάφεραν να παραμείνουν ανοιχτά για πολύ, τα πυργόσπιτα όμως στέκουν ακόμα αγέρωχα και αξίζει -σε κάθε περίπτωση- να επισκεφτείτε τον οικισμό, να χαθείτε στα σοκάκια του, να χαζέψετε από ψηλά τη θάλασσα και, αν βρεθείτε τη σωστή ώρα εκεί, τον ήλιο να δύει. Το χωριό μοιάζει εντελώς έρημο, κατοικείται όμως από καμιά δεκαριά οικογένειες, ενώ -όπως μάθαμε- ετοιμάζεται να ανοίξει και πάλι κάποιος ξενώνας.

«Χάσιμο» στο ακρωτήριο Ταίναρο


Τελευταίος σταθμός, μετά τη Βάθεια, το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης: το ακρωτήριο Ταίναρο. Ο δρόμος φτάνει μέχρι ένα σημείο και μετά θέλει περπάτημα, γι’ αυτό φροντίστε να το προσεγγίσετε με το φως της ημέρας και να έχετε στη διάθεσή σας κάμποση ώρα για να προλάβετε να πάτε έως το φάρο και να επιστρέψετε (είναι 2 χιλιόμετρα περίπου, ήτοι 40΄ εύκολης σχετικά πεζοπορίας). Φτάνοντας στο φάρο, πάρτε το χρόνο σας και ατενίστε τη θάλασσα του Νότου. Είναι... χάσιμο.

kathimerini.gr
Share on Google Plus

0 σχόλια: