Τίποτα. Τίποτα δεν θέλω να μου φέρει το 2019.

Το 2018 μου στέρησε ανθρώπους. Μου έκλεψε αγκαλιές. Στιγμές. Άνοιξε διάπλατα τις τεράστιες, κατάμαυρες δαγκάνες του και με φυλάκισε εκεί. Μ’ έχτισε στον πόνο. Με πήρε από το χέρι και με ξενάγησε σε χαώδη σοκάκια, όπου τυφλοί άνθρωποι μαχαίρωναν πισώπλατα την πίστη. Την αλήθεια. Ξεγύμνωσε τα πρόσωπα ένα-ένα και με ανάγκασε να κοιτάξω πίσω από τις μάσκες τους. Βρόμικα χνώτα μύρισα, βαριά από αλαζονεία κι έπαρση. Θεέ μου, σκέφτηκα, εκεί φωλιάζει το ψέμα; Ανάσες φίδια. Δίβουλες γλώσσες είδα να βουτούν ξεδιάντροπα σε ανούσιες υπεκφυγές. Σκευωρία, απιστία, δολιότητα. Οι μάσκες έζεχναν φαρμάκι κι απαξίωση.
Είδα φωτιές που δεν τις έσβηναν τα δάκρυα. Είδα λεπίδια να τεμαχίζουν σάρκες. Αντίκρισα  γυάλινα χαμόγελα να σπάζουν σε χιλιάδες κομμάτια· ανίκανα να πείσουν, ανίσχυρα να πλανέψουν. Γνωρίστηκα από κοντά με το ρούχο που ντύνει εκείνες τις φθηνές ψυχές που σεργιανούν μέσα στα ανθρώπινα χαλάσματα, ψάχνοντας  μια σταγόνα αποδοχής για να καλύψουν τη γύμνια τους. Ατσαλάκωτο στο στρίφωμα, μεταξωτό στην υφή, γυαλιστερό όσο το ψεύδος του. Ένα φαλκιδευμένο τσίτι, ένα πανί βουτηγμένο στην απάτη, όμοια με δαύτη που κοιμίζουν στο αποστεωμένο στέρνο τους.
Γι’ αυτό σου λέω, τίποτα να μη μου φέρει. Χόρτασα. Μπούκωσα από την τεχνητή θλίψη, από τις λιπόσαρκες υποσχέσεις, από τα επιτηδευμένα σ’ αγαπώ, από τα ανάξια χέρια που τσαλακώνουν βίαια τη χαρά προτού την ποδοπατήσουν. Είναι τα χέρια που αγκαλιάζουν δύστροπα, αχάριστα, καθώς με την ίδια άνεση σταυρώνουν το κακό την ώρα που το πράττουν. Δεν τα θέλω πια γύρω μου. Ούτε αυτά, ούτε τα ερειπωμένα ευχαριστώ τους. Δεν έχουν τίποτα να μου προσφέρουν. Δεν αρκούν να γεμίσουν τα μάτια μου.
Τίποτα μη μου φέρεις χρόνε! Σε παρακαλώ! Μην σκεφτείς στιγμή να αποκαταστήσεις τις αδικίες του προηγούμενου. Εκείνος, έφερνε, έφερνε, έφερνε… κι ούτε μια ώρα του δεν ήταν τυλιγμένη γιορτινά. Ούτε ένα λαμπιόνι δεν άναψε για πάρτη μου, παρά με άφησε ορφανή να ανάβω συγχώρεσης κεριά για κείνους που μου στέρησε. Για εκείνους που πίστεψα, για εκείνους που με αρρώστησαν, για εκείνους που δεν έσκυψαν μέσα μου ποτέ.
Μη φέρεις. Φτάνει να μην μου πάρεις. Μην πάρεις μακριά τους φίλους που αναγνωρίζουν το χρώμα της ψυχής μου. Τους ανθρώπους που σκαρφάλωσαν με κόπο εκεί κι ακούμπησαν τρυφερά πάνω της. Εκείνους που την σκέπασαν όταν κρύωνε, που της έφεραν νερό όταν διψούσε. Που την γιάτρεψαν από τα λάθη, δίχως να ματαιώσουν τα πάθη της. Εκείνους που την κερνούσαν λιακάδες μες’ στο καταχείμωνο. Μην μου πάρεις την ελπίδα. Την περηφάνια μου. Το αντίδοτό μου στη μοναξιά. Μην μου πάρεις τα χαμόγελα που καθρεφτίζουν την αγάπη. Όχι, αυτό!
Μη φέρεις τίποτα! Αλλά μην μου πάρεις, ρε κερατά, κιόλας. Μην μου ξαναπάρεις!
Soufrazeta.com
Share on Google Plus

0 σχόλια: