Εκείνη είχε μάθει να διαβάζει τα μάτια των ανθρώπων. Έτσι επικοινωνούσε. Με τα βλέμματα. Θεωρούσε ανέκαθεν τα μάτια, ως καθρέφτες της ψυχής και της καρδιάς των ανθρώπων. Πίστευε ότι μέσα από δύο μάτια διαβάζεται ένας άνθρωπος απόλυτα και ολόσωστα. Και έπεφτε μέσα σε κάθε της πρόβλεψη συνήθως. Ίσως να έχανε κάποιες λεπτομέρειες για τους χαρακτήρες όσων γνώριζε, αλλά ποτέ δεν έπεφτε έξω στη συνολική εικόνα. Ποτέ, μέχρι που γνώρισε αυτόν…
Αυτός ήταν κάτι καινούριο. Αυτός διέθετε ένα πακέτο όσων αγαπούσε εκείνη τόσο πολύ. Έδειχνε ειλικρινής, αληθινός, με μια καρδιά διαμάντι και έναν έρωτα που μπορούσε να την απογειώσει. Και δεν έπεσε έξω για ακόμα μια φορά, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια. 
Δεν διέθετε έρωτα να δώσει. 
Κι όμως αυτό το σύνολο που είδε, την καθήλωσε ολοκληρωτικά σ’ αυτόν. Τόσο, που την λεπτομέρεια αυτή που δεν πέτυχε, δεν την έβλεπε. 
Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τον ερωτεύονταν. Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα. Σε κάθε βλέμμα, κάθε χαμόγελο, κάθε χάδι. Σε κάθε φιλί. Δεν ήταν απ’ τα φιλιά που ερωτευόταν εκείνη. Δεν ήταν τρυφερά, δεν έβγαζαν αγνά συναισθήματα. Ήταν όμως φιλιά γεμάτα ένταση και πάθος. Γεμάτα παρορμητισμό και παράλληλα της φαινόντουσαν τόσο γλυκά. 
Ο καιρός πέρασε, και η κατάληξη τους δεν άργησε να φανεί. Η ιστορία μας έχει διδάξει όμως και η ιστορία πάντα επαναλαμβάνεται. Κι όπως κάθε Ιούδας που φιλάει υπέροχα, έτσι κι αυτός, την πρόδωσε. 
Πόνεσε πολύ. Λύγισε. Έκλαψε. Ξέσπασε. Κι ακόμα πονούσε. Έφτασε σ’ ένα σημείο μετά από μήνες που το άφησε πίσω της όμως, όπως κάθε τι που την είχε πληγώσει. Και στη πορεία προχώρησε τη ζωή της. Χωρίς αυτό να σήμαινε ότι θα τον έβγαζε ποτέ από μέσα της ολοκληρωτικά. Ωστόσο έμαθε να ελέγχει τα συναισθήματά της και να δεχτεί την απουσία του ως κάτι που εν τέλει μόνο καλό της έκανε.
Ο χρόνος κυλούσε, και ζωή της είχε πια την ηρεμία που τόσο ήθελε να βρει. Που τόσο πάσχισε για να αποκτήσει ξανά μετά από τα αποκαΐδια που της άφησε αυτός.
Μέχρι ένα βράδυ. Ένα βράδυ που αποφάσισε να βγει να διασκεδάσει, να πιει, να χορέψει, να περάσει καλά. Και πάνω στο κέφι της παρέας της, εμφανίζεται η παλιά της αγάπη μέσα στο πλήθος. Είχε να τον δει πολλούς μήνες. Πάνω από χρόνο. Ένας κόμπος δημιουργήθηκε αυτομάτως στο στομάχι της.
Εκείνος, θρασύς όπως ήταν, έκατσε ακριβώς απέναντι της και δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της λεπτό. Της χαζογελούσε με νοήματα σε κάποια τραγούδια που μιλούσαν για μεγάλους έρωτες, φέρνοντας την σε μια κατάσταση πανικού που είχε αποβάλλει από τότε που απέβαλε και τον ίδιο απ’ τη ζωή της. 
Ώσπου ξεκινάει να παίζει ένα τραγούδι που το είχε πρωτοακούσει λίγους μήνες μετά την απομάκρυνση τους. «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» ήταν το κομμάτι, και το είχε συνδυάσει απόλυτα μαζί του. Τότε σκέφτηκε ότι ήρθε η δική της ώρα για αφιερώσεις. Αφού πέρασε το πρώτο ρεφρέν του τραγουδιού και του τραγούδησε με τόση σιγουριά τους στίχους «πουλάει φθηνά τον έρωτα» και «δεν με γελά, δεν με ξεγελά», της έκανε νόημα να σηκωθεί και να τον ακολουθήσει.
Και τότε πλησίασαν ο ένας τον άλλον ξανά μετά από τόσο καιρό. Μόλις αντίκρυσε ξανά τα μάτια του μούδιασε ολόκληρη. Την πλησίασε κι άλλο και έβαλε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της φέρνοντας της ακόμα πιο κοντά του. «Μου έλειψες», της ψιθυρίζει. Η καρδιά της έσπασε στα δύο, καθιστώντας την ανήμπορη να αρθρώσει λέξη. «Εγώ δεν σου έλειψα καθόλου;» την ρωτάει. Ένιωθε τα πόδια της να μην την κρατάνε και τα μάτια της να γεμίζουν. Ξεροκατάπιε και προσπάθησε να βγάλει έστω και λίγη φωνή αλλά απέτυχε. Της βάζει τα μαλλιά πίσω απ’ το αυτί όπως συνήθιζε να κάνει για να μην κρύβεται η ομορφιά της, όπως της έλεγε. 
Και τότε ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό της. Της κόβεται η ανάσα και νιώθει να μην μπορεί να ελέγξει τίποτα πάνω της, σαν να είχε μαρμαρώσει. Με μουσική υπόκρουση του «δεν με γελά, δεν με ξεγελά», πλησιάζει τα χείλη του στα δικά της. Οι ανάσες τους γίνονται ένα. Και εκεί είναι το σημείο που θα πρέπει να αποδείξει αν τον στίχο που του αφιέρωσε τον εννοούσε. Και τότε αυτός, κάνει την κίνηση του να την φιλήσει ξανά μετά από μήνες… 
Την ξεγελά άραγε ακόμα ή θα φύγει μαζί με την αξιοπρέπεια της; 
  • metaximas.gr