Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Κοίτα τώρα να δεις μια νοσταλγία που με έπιασε έτσι ξαφνικά! Ήθελα λέει, να γύριζε ο χρόνος πίσω στα παλιά. Ήθελα σήμερα το πρωί, να με ξύπναγε η μάνα μου νωρίς, από τις επτά, κι η κούπα με το γάλα μου να ήτανε στο τραπέζι. Να μου ΄δινε τα ρούχα μου, που ακόμη τα θυμάμαι, μεγάλη η ζακέτα μου, κοντό το παντελόνι και να έσκυβε να μου ΄δενε σφιχτά τα δυο μου τα κορδόνια. Να μου χτένιζε τα μαλλιά, την μούρη μου να νίψει. Κι ύστερα, χαΐδεύοντας το παιδικό κεφάλι μου, να με έφτανε ως την πόρτα, φωνάζοντας ξοπίσω μου, ” να φας το κολατσιό σου”!
Ήθελα να γινόμουνα και πάλι μαθητής, της πρώτης τάξης, της μικρής! Να φορτωθώ στην πλάτη μου, μια ίσα με εμένα σάκα, κόκκινη και δερμάτινη με δύο τσεπάκια μπροστινά, να βάζω τα μολύβια μου και μια φθαρμένη γόμα. Να φτάνω στο προαύλιο κι ο μπάρμπα- επιστάτης να κοπανάει με δύναμη το ασημί κουδούνι. Να μπαίνω στην γραμμούλα μου, να κάνω τον σταυρό μου.
Ήθελα, να γύρναγα ξανά στην αίθουσα εκείνη, με τα πολλά παράθυρα κι απ έξω χελιδόνια, που ανήσυχα ετοιμάζονται  για ένα ταξίδι ακόμα. Στο άβολο θρανίο μου να πάω να καθίσω και να κοιτώ τον δάσκαλο, με μια άσπρη κιμωλία, να γράφει γράμματα πολλά στον πίνακα τον μαύρο.
Να γίνεται διάλειμμα, να τρέχω να προφτάσω, να πάω με τους φίλους μου να παίξω λίγη μπάλα κι ας γέμιζαν τα γόνατα με χίλιες γρατζουνιές. Να κάτσω στο παγκάκι με εκείνο το κορίτσι, που ΄χει πάνω στα χείλη της ζαχαρωτό κουλούρι.
Ήθελα να γινότανε, ξανά να ζωγραφίσω, να ξύσω με την ξύστρα μου τις ξύλινες μπογιές μου, να χρωματίζουν όνειρα κι εικόνες μαγικές. Να τραγουδήσω πάλι, για το καράβι το μικρό που αταξίδευτο ήταν και για την πεταλούδα που έκανε ομορφιές.
Μακάρι να γινότανε, για μια μόνο στιγμούλα, να γίνω μια σταλιά παιδί που τα πιστεύει όλα κι η πιο μεγάλη έγνοια μου, να ‘ναι εκείνη η προσταγή, από τον δάσκαλό μου…
– “Γιωργάκη, πες μας μάθημα”!