Γράφει η Ντέμη Κάργατζη
Ετών 13. Ήθελα να του μιλήσω, να του πω για τον κόσμο, να του μάθω πράγματα. Να του πω για τον παράδεισο και την κόλαση που τα βρίσκεις και τα δύο επί γης. Εκείνος έβγαλε από το χάρτινο κουτί τα καινούργια παπούτσια. Μαύρα, γυαλιστερά, κάτι αερόσολες, μεγάλο σήμα στο πλάι – μη γλιτώσει κανένα μάτι και δεν το δει- χρυσές λεπτομέρειες. “Μάντεψε πόσο κάνουν”, με ρώτησε με ύφος περήφανο. Εγώ δε μάντεψα σωστά κι εκείνος κορδώθηκε και ξεστόμισε το ανήκουστο ποσό. “Πολύ ωραία τα παπούτσια σου” του είπα χωρίς ουδεμία υποψία χαμόγελου στο πρόσωπο μου.
Αργότερα, βάλθηκα να του μιλώ για περισπωμένες κι οξείες, προλόγους κι επιλόγους. Μα τα παπούτσια ήταν πιο σημαντικά. ” Εσύ κυρία μπορείς να τ’ αγοράσεις αυτά τα παπούτσια;” με ρώτησε όλος απορία. “Φυσικά και μπορώ, αλλά δεν θέλω. Προτιμώ να τα κάνω ταξίδια, βιβλία, να κεράσω τους φίλους μου φαγητό, να πάρω δύο ζευγάρια παπούτσια να έχω να φορώ!” του απάντησα. Μπερδεύτηκε, τα έχασε, κοκκίνισε, δεν το χωρούσε το μυαλό του. “Ναι αλλά εγώ θα φοράω ακριβά παπούτσια” μου είπε θυμωμένος.
Τον αποστόμωσα, με αποστόμωσε, δεν ξέρω. Βλέποντας στο μέλλον όμως, βλέπω έναν ενήλικα, βλέπω έναν άνδρα με κλειστά μυαλά κι ακριβά παπούτσια. Βλέπω κάποιον που ερωτεύεται αυτούς που φορούν ακριβά ρούχα. Βλέπω κάποιον που απορρίπτει, όποιον δε φορά ακριβό παλτό. Κάποιον που δεν δίνει δεκάρα για το τι σόι άνθρωπο έχει απέναντι του και που δεν δίνει σημασία σε τίποτα άλλο πέρα από το περιτύλιγμα. Στα μάτια του, όσο μεγαλώνει η αξία των παπουτσιών, μεγαλώνει κι η αξία του ανθρώπου. Κι όσο περνάει ο καιρός, εγώ δε μιλώ, βλέπω το κακό να διαιωνίζεται αλλά δεν έχω τη δικαιοδοσία να το σταματήσω. Εσείς που την έχετε – όσοι την έχετε- μιλήστε. Διδάξτε στα παιδιά σας πως δεν είναι όλα τιμές. Για τ’ όνομα του Θεού, διδάξτε τα να είναι άνθρωποι.

loveletters.gr