Ευθυμία Αθανασιάδου: «Στα χρόνια της ντροπής, η σιωπή δεν είναι πια επιλογή»
Με αφορμή το νέο της βιβλίο Στα Χρόνια της Ντροπής, η Ευθυμία Αθανασιάδου μιλά για τη δύναμη της αντοχής, τη βαριά σκιά της σιωπής και τη βαθιά ανάγκη των γυναικών να διεκδικήσουν τη φωνή και την αξιοπρέπειά τους. Μέσα από την ιστορία μιας ηρωίδας που μεγαλώνει σε μια εποχή περιορισμών και βιώνει την κακοποίηση και την απώλεια, η συγγραφέας φωτίζει κοινωνικές νοοτροπίες του παρελθόντος που, σε διαφορετικές μορφές, επιβιώνουν ακόμη.
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Σε αυτή τη συνέντευξη, μιλά για τη ντροπή ως τραύμα αλλά και ως αφετηρία μεταμόρφωσης, για τη λογοτεχνία ως πράξη κοινωνικής ευθύνης και για τη δεύτερη ευκαιρία που δεν σβήνει το παρελθόν, αλλά δίνει τη δύναμη να προχωρήσεις πέρα από αυτό.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι ιδιαίτερα δυνατός. Τι είναι για εσάς «η ντροπή» και πώς σκέπασε τα χρόνια της ηρωίδας σας;
Η ντροπή είναι ένα βαθιά επώδυνο συναίσθημα για εκείνον που το βιώνει· συνδέεται με την ανάγκη απομάκρυνσης, με την επιθυμία να κρυφτείς και να απομονωθείς από το περιβάλλον σου. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει και η ηρωίδα μου: να αποξενωθεί από όλους, να κλειστεί στον εαυτό της, πιστεύοντας πως έτσι θα προστατευτεί.Η ντροπή σκέπασε τα χρόνια της σαν βαριά σκιά. Τη γέμισε θυμό, ενοχές, μίσος, ακόμη και καταθλιπτικά συμπτώματα. Της στέρησε τη φωνή και τη χαρά της νιότης της. Ωστόσο, μέσα από πείσμα, υπομονή και με τη στήριξη λίγων αλλά ουσιαστικών αγαπημένων προσώπων, κατάφερε να αναδυθεί. Να συμφιλιωθεί με το παρελθόν της, να δείξει καλοσύνη στον εαυτό της και τελικά να σταθεί όρθια στη μετέπειτα ζωή της.
Η πρωταγωνίστρια είναι μια γυναίκα που στερήθηκε το δικαίωμα στις σπουδές. Πόσο καθοριστικός είναι, κατά τη γνώμη σας, ο αποκλεισμός από τη μόρφωση στη διαμόρφωση μιας ζωής;
Ο αποκλεισμός από τη μόρφωση είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση μιας ζωής, γιατί η εκπαίδευση δεν προσφέρει μόνο γνώσεις· προσφέρει επιλογές, αυτοπεποίθηση και φωνή. Όταν μια γυναίκα στερείται το δικαίωμα στις σπουδές, στερείται ταυτόχρονα την ευκαιρία να ονειρευτεί, να διεκδικήσει και να σταθεί ισότιμα μέσα στην κοινωνία.Τη δεκαετία του 1960, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός ήταν κυρίαρχα φαινόμενα. Πολλά κορίτσια μεγάλωναν με την πεποίθηση πως ο ρόλος τους ήταν προκαθορισμένος και πως η εκπαίδευση δεν τα αφορούσε. Σήμερα, παρότι η δημόσια εκπαίδευση είναι προσβάσιμη σε όλους, οι ανισότητες δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως· απλώς έχουν αλλάξει μορφή.Η έλλειψη μόρφωσης μπορεί να γίνει αλυσίδα που κρατά κάποιον πίσω, αλλά μπορεί επίσης να γίνει και κίνητρο για εσωτερική αναζήτηση και προσωπική υπέρβαση. Στην περίπτωση της ηρωίδας μου, αυτή η στέρηση λειτούργησε και ως πληγή, αλλά και ως δύναμη που την ώθησε να αναζητήσει άλλους δρόμους αυτογνωσίας και εξέλιξης.
Οι γονείς της ηρωίδας αποφασίζουν για εκείνη, χωρίς εκείνη. Θέλατε να φωτίσετε συγκεκριμένα κοινωνικά πρότυπα ή οικογενειακές νοοτροπίες μιας εποχής;
Ναι, ήθελα να φωτίσω συγκεκριμένες κοινωνικές νοοτροπίες και οικογενειακά πρότυπα μιας άλλης εποχής, όπου οι αποφάσεις για τη ζωή ενός παιδιού —και ιδιαίτερα μιας κόρης— λαμβάνονταν από τους γονείς, χωρίς τη δική του φωνή. Δεν επρόκειτο απαραίτητα για κακία· συχνά ήταν αποτέλεσμα φόβου, ανασφάλειας ή βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων για το «σωστό» και το «ηθικό».Σε πολλές οικογένειες της δεκαετίας του 1960, η υπακοή θεωρούνταν αρετή και η προσωπική επιθυμία πολυτέλεια. Η τιμή της οικογένειας, η κοινωνική εικόνα και η επιβίωση προείχαν έναντι της ατομικής ελευθερίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι γονείς της ηρωίδας πιστεύουν ότι ενεργούν για το καλό της, χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται ότι της στερούν το δικαίωμα της επιλογής.Με αυτή την αφήγηση δεν επιδίωξα να καταδικάσω πρόσωπα, αλλά να αναδείξω μια εποχή και να θέσω ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο χώρο δίνουμε τελικά στα παιδιά μας να γίνουν αυτό που πραγματικά επιθυμούν;
Ο κακοποιητικός γάμος αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου. Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να προσεγγίσετε λογοτεχνικά τη βία χωρίς να την ωραιοποιήσετε ή να την «σκληρύνετε» υπερβολικά;
Ήταν ίσως το πιο απαιτητικό κομμάτι της συγγραφής. Η βία, ιδιαίτερα μέσα σε έναν γάμο, είναι ένα βαθιά τραυματικό και πολυεπίπεδο βίωμα. Δεν ήθελα ούτε να την ωραιοποιήσω —γιατί τότε προδίδεις την αλήθεια των θυμάτων— ούτε όμως να τη σκληρύνω υπερβολικά, γιατί ο στόχος μου δεν ήταν να σοκάρω, αλλά να αφυπνίσω.Επέλεξα να εστιάσω περισσότερο στο ψυχικό αποτύπωμα της κακοποίησης: στον φόβο, στη σιωπή, στη διάβρωση της αυτοεκτίμησης, στη σταδιακή απώλεια της ταυτότητας. Η βία δεν είναι μόνο οι έντονες σκηνές· είναι η καθημερινή υποτίμηση, ο έλεγχος, η απομόνωση. Αυτή η αόρατη διάσταση ήταν για μένα πιο ουσιαστική να αποδοθεί.Η πρόκληση ήταν να παραμείνω αληθινή και ανθρώπινη. Να δώσω χώρο στον πόνο, αλλά και στην αντοχή. Γιατί, τελικά, το βιβλίο δεν είναι μια ιστορία βίας· είναι μια ιστορία επιβίωσης και εσωτερικής δύναμης.
Η ηρωίδα περνά πολλά βάσανα και απώλειες, όμως δεν συντρίβεται. Από πού αντλεί, κατά τη γνώμη σας, τη δύναμη να αντέξει;
Σαφώς η δύναμή της δεν προέρχεται από κάποια ηρωική ιδιότητα, αλλά από κάτι πολύ πιο ανθρώπινο: την ανάγκη για επιβίωση και αξιοπρέπεια. Όταν ένας άνθρωπος δοκιμάζεται διαρκώς, φτάνει σε ένα σημείο όπου είτε λυγίζει είτε ανακαλύπτει μέσα του αποθέματα που δεν γνώριζε ότι υπάρχουν.Η ηρωίδα μου αντλεί δύναμη από τις μικρές της ελπίδες, από την αγάπη για τα παιδιά της, από τη μνήμη των ονείρων που της στέρησαν αλλά δεν έσβησαν ποτέ ολοκληρωτικά. Τη βρίσκει επίσης στη στήριξη λίγων ουσιαστικών ανθρώπων, αλλά κυρίως στη στιγμή που αποφασίζει να δείξει καλοσύνη στον εαυτό της και να πιστέψει πως αξίζει μια διαφορετική ζωή.Η αντοχή της δεν είναι θόρυβος· είναι μια σιωπηλή, επίμονη δύναμη. Και ίσως αυτό είναι το πιο αληθινό πρόσωπο της ανθρώπινης ανθεκτικότητας.
Θεωρείτε ότι η κοινωνία συχνά σιωπά απέναντι σε τέτοιες ιστορίες γυναικών; Το βιβλίο σας επιχειρεί να σπάσει αυτή τη σιωπή;
Ναι, πιστεύω πως η κοινωνία, συχνά —άλλοτε από φόβο, άλλοτε από αμηχανία και άλλοτε από βολική αδιαφορία— επιλέγει τη σιωπή απέναντι σε τέτοιες ιστορίες γυναικών. Η ενδοοικογενειακή βία, η καταπίεση, η στέρηση δικαιωμάτων δεν συμβαίνουν στο περιθώριο· συμβαίνουν δίπλα μας. Κι όμως, πολλές φορές καλύπτονται πίσω από κλειστές πόρτες και «οικογενειακά θέματα».Η σιωπή αυτή γίνεται συνένοχη. Γιατί όταν δεν μιλάμε, διαιωνίζουμε το πρόβλημα και αφήνουμε τα θύματα να πιστεύουν πως είναι μόνα.Το βιβλίο μου επιχειρεί ακριβώς αυτό: να δώσει φωνή εκεί όπου υπήρχε φόβος, να φωτίσει όσα έμειναν για χρόνια στο σκοτάδι. Δεν γράφτηκε για να καταγγείλει μόνο, αλλά για να αναγνωρίσει, να αγκαλιάσει και να ενθαρρύνει. Αν έστω και μία γυναίκα νιώσει ότι η ιστορία της ακούγεται και αξίζει να ειπωθεί, τότε η σιωπή έχει ήδη αρχίσει να σπάει.
Η «δεύτερη ευκαιρία» που δίνει η ζωή στην ηρωίδα είναι λύτρωση, δικαίωση ή απλώς μια νέα αρχή με τα σημάδια του παρελθόντος;
Η «δεύτερη ευκαιρία» για την ηρωίδα δεν είναι ένα θαύμα που έρχεται να σβήσει όσα πόνεσαν. Είναι μια ανάσα μετά από χρόνια ασφυξίας. Τα σημάδια του παρελθόντος υπάρχουν ακόμη· είναι χαραγμένα μέσα της, στη μνήμη, στο σώμα, στην ψυχή της. Δεν τα αρνείται πια — τα κουβαλά.Και όμως, μέσα από αυτά τα σημάδια γεννιέται η λύτρωση. Όχι ως λήθη, αλλά ως συγχώρεση του εαυτού της. Ως η στιγμή που κοιτάζεται στον καθρέφτη και δεν βλέπει πια μόνο την πληγωμένη γυναίκα, αλλά εκείνη που άντεξε. Που στάθηκε όρθια όταν όλα έμοιαζαν χαμένα.Είναι δικαίωση γιατί, έστω και αργά, η ζωή της επιστρέφει κάτι από όσα της στέρησαν. Είναι όμως και μια νέα αρχή — τρυφερή, εύθραυστη, αλλά αληθινή. Μια αρχή που δεν στηρίζεται στην αθωότητα, αλλά στη βαθιά γνώση του πόνου και στη δύναμη που γεννήθηκε μέσα απ’ αυτόν.Η δεύτερη ευκαιρία της δεν είναι φυγή από το παρελθόν. Είναι η απόφαση να ζήσει, παρά το παρελθόν. Και αυτό, ίσως, είναι η πιο συγκινητική μορφή ελευθερίας.
Πιστεύετε ότι μια γυναίκα μπορεί ποτέ να ξεφύγει ολοκληρωτικά από τις πληγές της κακοποίησης ή μαθαίνει να ζει μαζί τους;
Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να ξεφύγει ολοκληρωτικά από τις πληγές της κακοποίησης. Τα τραύματα δεν είναι διακόπτης για να κλείνουν· αφήνουν αποτύπωμα στη μνήμη, στο σώμα, στον τρόπο που αγαπάς, που εμπιστεύεσαι, που φοβάσαι.Πιστεύω όμως βαθιά πως μια γυναίκα μπορεί να μάθει να ζει μαζί τους — όχι ως θύμα, αλλά ως επιζήσασα. Να μετατρέψει την πληγή σε γνώση, την ευαλωτότητα σε δύναμη, τον φόβο σε επίγνωση. Η θεραπεία δεν σημαίνει διαγραφή· σημαίνει συμφιλίωση.Οι ουλές δεν εξαφανίζονται, αλλά κάποια στιγμή παύουν να αιμορραγούν. Και τότε δεν ορίζουν εκείνες τη ζωή σου· την ορίζεις εσύ. Αυτό, για μένα, είναι η πιο ουσιαστική μορφή ελευθερίας και αξιοπρέπειας.Ίσως τελικά δεν ξεφεύγουμε από το παρελθόν μας. Μαθαίνουμε όμως να περπατάμε μπροστά, κρατώντας το, χωρίς να μας κρατά εκείνο.
Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία ή αφηγήσεις πραγματικών γυναικών που λειτούργησαν ως αφετηρία για τη συγγραφή του βιβλίου;
Η ηρωίδα μου δεν είναι μόνο μυθοπλασία· είναι η φωνή όσων γυναικών μου εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες τους, και ενός πολύ οικείου προσώπου που γνώρισα βαθιά. Μέσα της ζει ο πόνος που γνώρισαν, οι φόβοι τους, αλλά και η απίστευτη δύναμη που βρήκαν να συνεχίσουν. Κάθε σελίδα είναι μια μικρή εξομολόγηση για όσα συχνά μένουν σιωπηλά —η αγωνία, η απώλεια, η αντοχή, και τελικά η ελπίδα ότι μπορείς να σταθείς όρθιος ξανά.
Τι ρόλο παίζει η εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία; Θα μπορούσε να συμβεί και σήμερα με τον ίδιο τρόπο;
Η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του 1960, όταν οι γυναίκες είχαν περιορισμένους ρόλους και η σιωπή συχνά ήταν μονόδρομος. Σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει· οι γυναίκες έχουν περισσότερα δικαιώματα και φωνή, και υπάρχουν περισσότεροι τρόποι στήριξης. Η ιστορία θα μπορούσε να συμβεί και σήμερα, αλλά η σιωπή δεν είναι πια αναπόφευκτη επιλογή.
Ποιο συναίσθημα θέλατε να κυριαρχήσει στον αναγνώστη κλείνοντας το βιβλίο: θυμός, θλίψη, ελπίδα ή δικαίωση;
Θέλω στον αναγνώστη να κυριαρχήσει η ελπίδα. Να νιώσει τον πόνο, την απώλεια και τον θυμό, αλλά στο τέλος να κρατήσει μαζί του την αίσθηση ότι υπάρχει φως μετά το σκοτάδι. Η δικαίωση που βιώνει η ηρωίδα δεν είναι εκδίκηση· είναι η αναγνώριση της δύναμης και της αντοχής της, και αυτό αφήνει την πιο ζωντανή αίσθηση ελπίδας.
Αν η ηρωίδα σας μπορούσε να μιλήσει στις νεότερες γυναίκες, τι πιστεύετε ότι θα τους έλεγε;
Αν η ηρωίδα μου μπορούσε να μιλήσει στις νεότερες γυναίκες, θα τους έλεγε να μην φοβούνται να πουν τη δική τους αλήθεια, να μην αποδέχονται την αδικία και να μην αφήνουν κανέναν να τους στερήσει τη φωνή τους. Θα τους έλεγε ότι ο πόνος μπορεί να γίνει δύναμη, ότι οι ουλές δεν καθορίζουν ποια είσαι, και ότι η ζωή πάντα μπορεί να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αρκεί να έχεις το θάρρος να τη διεκδικήσεις.
Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά η συγγραφή αυτού του βιβλίου; Σας άλλαξε ως άνθρωπο ή ως συγγραφέα;
Η συγγραφή αυτού του βιβλίου για μένα ήταν μια βαθιά εσωτερική διαδικασία. Δεν με άλλαξε μόνο ως συγγραφέα —με δίδαξε πώς να αφουγκράζομαι τον πόνο, τη σιωπή και την αντοχή των ανθρώπων— αλλά και ως άνθρωπο. Μέσα από τις ιστορίες που με ενέπνευσαν, αναγνώρισα πόσο σημαντικό είναι να δίνουμε φωνή σε όσα συχνά μένουν κρυφά και πόση δύναμη μπορεί να γεννηθεί μέσα από τον πόνο. Η συγγραφή έγινε για μένα τρόπος να συμφιλιωθώ με τα τραύματα, αλλά και να ανακαλύψω την ελπίδα που πάντα υπάρχει, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.
Σε ποιο κοινό απευθύνεται κυρίως το βιβλίο σας και τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης φεύγοντας;
Το βιβλίο απευθύνεται κυρίως σε γυναίκες, αλλά και σε κάθε αναγνώστη που θέλει να κατανοήσει την ανθρώπινη αντοχή και τη δύναμη που κρύβεται μέσα στον πόνο. Θα ήθελα ο αναγνώστης να φύγει με αίσθηση ελπίδας και ενδυνάμωσης, να καταλάβει ότι ακόμη και μετά από δυσκολίες και απώλειες, υπάρχει η δυνατότητα να σταθείς όρθιος, να συμφιλιωθείς με το παρελθόν σου και να συνεχίσεις τη ζωή σου με αξιοπρέπεια και θάρρος.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη κοινωνικής ευθύνης απέναντι σε θέματα όπως η έμφυλη βία και η γυναικεία καταπίεση;
Ναι, πιστεύω ακράδαντα ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη κοινωνικής ευθύνης. Μέσα από τις ιστορίες, μπορούμε να δώσουμε φωνή σε όσους δεν ακούγονται, να φωτίσουμε σιωπηρές αλήθειες και να αναδείξουμε κοινωνικά προβλήματα όπως η έμφυλη βία και η γυναικεία καταπίεση. Η λογοτεχνία δεν αλλάζει τον κόσμο μόνη της, αλλά μπορεί να κλονίσει την αδιαφορία, να αφυπνίσει συνειδήσεις και να εμπνεύσει δράση.
.
